Από τη Σουηδία στην Τουρκία: Η άνιση δυναμική της εποχής των ταραχών


Αναδημοσίευση από http://communisation.espivblogs.net/

Η έκρηξη της Τουρκίας θέτει επιτακτικά την ανάγκη να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τι συμβαίνει, τι παράγεται, ποια είναι τα νέα όρια που παράγονται στην περίοδο που ονομάσαμε εποχή των ταραχών και πώς θα ξεπεραστούν. Ο συνδυασμός των γεγονότων της Σουηδίας με την Τουρκία, η συνάντηση τους στο χρόνο επικυρώνει την ύπαρξη δύο δυναμικών της ταξικής πάλης που κινούνται με σχετική αυτονομία. Δεν μπορούμε να παραβλέπουμε ότι η αναμενόμενη συνάντηση αυτών των πρακτικών δεν προβλέπεται να είναι ευχάριστη καθώς θα θέσει το ζήτημα των σχέσεων δύο παραγόμενων «υποκειμένων» τα οποία δεν έχουν κοινό ορίζοντα στη δραστηριότητα τους προς το παρόν. Το επίδικο όμως από τη σκοπιά της επανάστασης είναι πώς θα παραχθεί από την αναμενόμενη συνάντηση τους το αναγκαίο ξεπέρασμα τους, η μετατροπή του αγώνα σε λήψη κομμουνιστικών μέτρων ενάντια στο κεφάλαιο, δηλαδή σε αμφισβήτηση όλων των κοινωνικών ρόλων που συγκροτούν την κοινωνία, σε κομμουνιστικοποίηση.
Υπάρχει ακόμη μια τρίτη δυναμική που είναι τα διεκδικητικά κινήματα γύρω από το μισθό που λαμβάνουν χώρα κυρίως στην περιφέρεια που ενσωμάτωσε ο ιστορικός νεοφιλελευθερισμός στη διεθνοποιημένη συσσώρευση, στην Κίνα και τη νοτιοανατολική Ασία, αλλά ακόμη δεν προκύπτει από τις εξελίξεις η συνάντηση αυτής της δυναμικής με τις υπόλοιπες. Υπάρχει και μια τέταρτη δυναμική που αφορά την εξέλιξη των αντιφάσεων στα λατινοαμερικανικά κράτη που κατόρθωσαν να ενσωματώσουν την αντίσταση στο νεοφιλελευθερισμό μέσα στο κράτος (η Χιλή αποτελεί σημαντική εξαίρεση, το κίνημα της κατασκευασμένης κοινωνικής κατηγορίας «νεολαία», εντάσσεται περισσότερο στις δυναμικές των ταραχών). Αυτή η τέταρτη δυναμική είναι ακόμη περισσότερο αυτόνομη προς το παρόν, παρότι μπορεί να μας απασχολήσει ειδικά στην Ελλάδα στο μέλλον. Εδώ θα ασχοληθούμε με τις δύο πρώτες.
Από τη μία πλευρά έχουμε τη σειρά ταραχών «των αποκλεισμένων», και από την άλλη πλευρά εμφανίζεται από το 2011 μια σειρά ταραχών στην οποία το σημαντικό στοιχείο σε ότι αφορά τη σύνθεση είναι ότι εμπλέκονται και τα λεγόμενα «μεσαία στρώματα», και ο «δημοκρατικός» λόγος τους συγκροτεί τα κινήματα που παράγονται. Οι ταραχές των αποκλεισμένων λαμβάνουν χώρα σε κράτη που βρίσκονται ψηλά στην καπιταλιστική ιεραρχία. Αντίθετα οι ταραχές στις οποίες κυριαρχεί ο δημοκρατικός ορίζοντας που συγκροτεί πολιτικά τα μεσαία στρώματα και μορφοποιεί τα κινήματα «των πλατειών», συμβαίνουν κυρίως σε κράτη της δεύτερης ζώνης και στις «αναδυόμενες οικονομίες». Το γεγονός ότι ένα κράτος που δεν ανήκει σ’ αυτές τις ζώνες, η Ισπανία, περιλαμβάνεται σ’ αυτήν την ομαδοποίηση είναι στοιχείο που δείχνει ότι η κρίση επικυρώνει την υπονόμευση αυτής της διαστρωμάτωσης που λάμβανε χώρα ήδη κατά την εξέλιξη αυτού του κύκλου συσσώρευσης (από την κρίση της δεκαετίας του 1970 μέχρι περίπου το 2008). Ο πολύ σκληρός πυρήνας (ΗΠΑ-Γερμανία) δεν έχει ακόμη ενταχθεί στις δυναμικές αυτές. Το κίνημα Occupy Wall Street παρότι έδωσε το όνομα του στη δεύτερη δυναμική που εξετάζουμε, εντάσσεται μόνο περιφερειακά σε αυτή: πρόκειται για κίνημα ακτιβιστών (όπως άλλωστε και το Blockupy στη Γερμανία), όχι για μαζικό κίνημα, όπως της Ισπανίας, της Ελλάδας, το κίνημα της «αραβικής άνοιξης» και το κίνημα της Τουρκίας.
Οι ριζικά αποκλεισμένοι από το επίσημο κύκλωμα παραγωγής υπεραξίας (αυτός είναι ο τρόπος ενσωμάτωσης τους στην καπιταλιστική κοινωνία: ενσωμάτωση δια του αποκλεισμού) δεν αρθρώνουν λόγο, μόνος λόγος τους οι λεηλασίες και η καταστροφή. Δεν διεκδικούν, είναι γι’ αυτούς ήδη δεδομένο ότι δεν έχει νόημα (αλλιώς θα το έκαναν), γνωρίζουν ήδη ότι το κράτος δε θα τους ενσωματώσει, αλλά θα επιδιώξει να τους διαχειριστεί ως πλεονάζοντα πληθυσμό και στο βαθμό που η κρίση/αναδιάρθρωση που λαμβάνει χώρα από το 2008 περικόπτει περαιτέρω τις «κοινωνικές δαπάνες», γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτή η διαχείριση γίνεται ολοένα και περισσότερο κατασταλτική. Στην πραγματικότητα ασφυκτιούν μέσα σε μια «φυλακή χωρίς κάγκελα» (όταν δεν έχεις λεφτά ούτε για να φύγεις από τη γειτονιά σου, και όπου και να περπατάς σε στριμώχνει συνεχώς η αστυνομία, είσαι φυλακή). Μέσα στη «φυλακή» αυτή οι σχέσεις κοινότητας μεταξύ τους δεν μπορούν να τους βγάλουν από τη μιζέρια και σε κάποιο βαθμό εντάσσονται στην παράλληλη ανταλλακτική οικονομία, το μικροέγκλημα δηλαδή σε άτυπους θεσμούς στους οποίους αναπαράγεται μια σκληρή καταπιεστική ιεραρχία (για να μη μιλήσουμε για τη θέση των γυναικών).Έτσι, επιτίθενται στη φυλακή τους, επιτίθενται σε όλους τους κρατικούς θεσμούς που αντιλαμβάνονται ότι τους ορίζουν ως φυλακισμένους για μια ζωή, αμφισβητώντας την ώρα της εξέγερσης και τους κοινωνικούς ρόλους τους μέσα στη «φυλακή» τους.
 Τα μεσαία στρώματα εξεγείρονται γιατί είναι μεσαία στρώματα υπό κατάρρευση (Ελλάδα, Ισπανία) ή γιατί δεν αφήνονται να συγκροτηθούν ως τέτοια (αραβική άνοιξη) ή γιατί καταστέλλονται και συμπιέζονται πολύ περισσότερο από όσο τους αντιστοιχούσε πριν την κρίση (Τουρκία), κάτι που δεν περιλαμβάνει μόνο το χαμηλότερο εισόδημα από αυτό που «θα έπρεπε» να έχουν, αλλά και όλες τις άλλες κοινωνικές σχέσεις, την εμπορευματοποίηση και περίφραξη του δημόσιου χώρου, το φύλο, την πολιτική ή την πολιτική/θρησκεία που στις περιπτώσεις των αραβικών χωρών είναι όψεις του ίδιου πράγματος, το φυλετικό ζήτημα κτλ. Το ζήτημα των μεσαίων στρωμάτων είναι θεωρητικά ανοικτό. Ο ίδιος ο ορισμός τους είναι ρευστός: Ο παραδοσιακός ορισμός των μεσαίων στρωμάτων αφορούσε τις κατηγορίες της μικρής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής και τα παραδοσιακά ατομικά επαγγέλματα (γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους κτλ.). Σήμερα όμως πώς μπορούν να οριστούν τα μεσαία στρώματα; Πλέον η διαστρωμάτωση τίθεται σε μεγάλο βαθμό μέσα στους μισθωτούς και τους αυτοαπασχολούμενους με «μπλοκάκια» (δηλαδή τους αυτοασφαλιζόμενους μισθωτούς), και γίνεται με βάση τη θέση στην ιεραρχία στην παραγωγική διαδικασία, το εισόδημα, την πρόσβαση στην πίστη κτλ. Και τότε οι μεγάλες μάζες των εξαθλιωμένων άνεργων, των εκ των πραγμάτων φτωχών νέων και των επισφαλών συμπιέζουν προς τα κάτω τη «στάθμη» του μεσαίου στρώματος, και επακόλουθα μειώνουν την πολιτική τους επιρροή στο κράτος.
Αυτές οι δύο δυναμικές, οι ταραχές των αποκλεισμένων και τα μαζικά κινήματα καταλήψεων δημόσιου χώρου στα οποία πρωταγωνιστούν αυτά τα ρευστά μεσαία στρώματα διασταυρώθηκαν μεταξύ τους το Φεβρουάριο του 2012 στην Ελλάδα (αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση τα μεσαία στρώματα ήταν ήδη υπό κατάρρευση). Αυτή η διασταύρωση ήταν αποτέλεσμα των ιδιαιτεροτήτων της Ελλάδας, στην οποία εξάλλου πέρα από το Σύνταγμα το 2011 είχε συμβεί και ο «Δεκέμβρης του 2008». Οι ταραχές του Δεκέμβρη του 2008 όπως και οι ταραχές των φοιτητών στη Χιλή και στον Καναδά τοποθετούνται μέσα στο φάσμα πρακτικών ανάμεσα στις δύο αυτές δυναμικές. Σ’ αυτές τις ταραχές αναδύεται η «νεολαία» ως κατασκευασμένο κοινωνικό υποκείμενο που αποτελείται από εκείνους και εκείνες που βρίσκουν όλες τις πόρτες κλειστές, που δεν πρόκειται να ανέβουν τη σκάλα της κοινωνικής ανόδου, αλλά που δεν είναι δομικά αποκλεισμένοι όπως οι «ταραχοποιοί» της Στοκχόλμης και της Αγγλίας.  
Τα ζητήματα που θέτει η επικαιροποίηση της εποχής των ταραχών που λαμβάνει χώρα στη Σουηδία και στην Τουρκία είναι σημαντικά:
Α) Θα μπορέσει το κράτος να δημιουργήσει τη συναίνεση του προλεταριάτου των χωρών της πρώτης ζώνης σε μια διαχείριση που στρέφεται ενάντια στους αποκλεισμένους; Αυτή η τάση φαίνεται ότι παράγεται ως σχεδόν αναγκαστική απάντηση στην επικαιροποίηση αυτής της δυναμικής από τα γεγονότα στη Σουηδία (η ανάδυση του EDL αλλά και η αύξηση της πολιτικής επιρροής του UKIP στην Αγγλία συνδέεται άμεσα με το θέμα αυτό, ανάδυση που δεν μπόρεσε να συμβεί μετά τις ταραχές του 2011 οι οποίες είχαν περισσότερο λευκό χρώμα). Οι ταραχές στη Σουηδία επικαιροποιούν την κρίση ενσωμάτωσης του προλεταριάτου στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας ως κρίση της μετανάστευσης. Το ζήτημα ενός νέου τύπου φασισμού, με προσανατολισμό τη δημιουργία μιας «ευρωπαϊκής ταυτότητας», άρα εγγενώς ρατσιστικού περιεχομένου, εγγράφεται στην ατζέντα.
Β) Ποια θα είναι η εσωτερική δυναμική της ενσωμάτωσης των «μεσαίων στρωμάτων» στο προλεταριάτο, όχι μόνο ως κατάσταση αλλά και ως δραστηριότητα; Υπάρχει περίπτωση να συναντηθούν οι πρακτικές «κομμούνας» εκείνων που αμύνονται και προσπαθούν να διασώσουν το ταξικό τους ανήκειν στις πλατείες,  με τις καταστροφικές πρακτικές των αποκλεισμένων; Προς το παρόν τα μόνα δείγματα είναι η συγκρουσιακή συνάντηση στη Γαλλία το Μάρτη του 2006 στο κίνημα ενάντια στο CPE, γεγονός όμως που είναι ήδη απαρχαιωμένο και συνέβη πριν την κρίση, και η 12η Φλεβάρη του 2012 στην Ελλάδα, η οποία όμως ήταν βουτηγμένη στην αντιπαράθεση γύρω από το μνημόνιο και δεν μπορούσε να συνεχιστεί μετά την ήττα της ειδικής διεκδίκησης της. Ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα των «δημοκρατικών κινημάτων», τα οποία, τουλάχιστον ως τώρα, δεν μπορούν να ενσωματωθούν από το κράτος; Τα κινήματα αυτά εμφανίζουν έναν «κοινοτισμό». Η αφετηρία αυτού του κοινοτισμού είναι η υπεράσπιση της κρατικής περιουσίας (τίποτα δεν είναι «κοινό», ότι δεν είναι ιδιωτικό είναι κρατικό) με την χρήση της στη βάση του ορισμού της, δηλαδή ως στοιχείου που υποστηρίζει την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Η πλατεία, το πάρκο, είναι χώροι του «ελεύθερου» χρόνου. Το γεγονός ότι η κρίση/αναδιάρθρωση έχει αυξήσει σημαντικά την ανεργία επιτρέπει σε αρκετούς και αρκετές την συνεχή παρουσία τους σε έναν τέτοιο χώρο κατά τη διάρκεια του κινήματος, χωρίς να θεωρείται παράξενο ότι όποιος δουλεύει έρχεται «μετά τη δουλειά», το απόγευμα και το βράδυ είναι πολύ πιο μαζική η παρουσία του κόσμου. Η ουσία είναι ότι παράγεται η «κοινή ζωή στην κατάληψη». Η «ζωή στην κατάληψη» είναι βέβαια μια εικόνα από το μέλλον που ξεπερνάει τον ορίζοντα του κινήματος, η οποία όμως δεν μπορεί να υποστασιοποιηθεί σε γενικευμένη πράξη αν το κίνημα δεν αμφισβητήσει πραγματικά τη δομή που στηρίζει τη διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, δηλαδή, σε τελική ανάλυση το σύνολο των καπιταλιστικών σχέσεων. Η «κοινότητα του αγώνα», οι «κομμουνιστικές χειρονομίες» δεν πρέπει να υποτιμούνται γιατί αποτελούν το θετικό ορίζοντα στη γενίκευση τους, αλλά στο στάδιο που βρισκόμαστε σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να ψάχνουμε: αφενός τι είναι αυτό που καθηλώνει το κίνημα και δεν το αφήνει να επιχειρήσει να γενικεύσει αυτά τα στοιχεία, αφετέρου ποια στοιχεία του περιεχόμενου του αποτελούν ταυτόχρονα και τις αιτίες του τέλους του. Οι συμμετέχοντες σ’ αυτά τα κινήματα, σε αντίθεση με τις ταραχές των αποκλεισμένων, θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικό να εδαφικοποιήσουν την παρουσία τους(κάτι που δεν είναι άσχετο με τη σημασία της μορφής της γαιοπροσόδου που λαμβάνει η παραγόμενη υπεραξία στο σύγχρονο καπιταλισμό, η εκμετάλλευση μορφοποιεί καθοριστικά την ταξική πάλη). Με την «κατάληψη» διεκδικούν το δικαίωμα της υλικής τους υπόστασης ως υποκειμένου απέναντι στο κράτος, το οποίο θεωρούσαν ότι «τους λογαριάζει». Δεν είναι ήσσονος σημασίας το γεγονός ότι την «περιφρούρηση» της κομμούνας αναλαμβάνει κυρίως ένα κομμάτι νεανικού ανδρικού και φτωχού προλεταριάτου, που έχει εμπειρία συγκρούσεων με την αστυνομία (ο διαχωρισμός αυτού του ρόλου υπήρξε αν και λιγότερο από την Αίγυπτο και στην Τουρκία). Εκ των πραγμάτων αναζητούνται αιτήματα, για να τεθεί κάτι πιο συγκεκριμένο από τη «δημοκρατία» [δες εδώ] στο υποτιθέμενο τραπέζι της διαπραγμάτευσης (το οποίο δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι δεν υπάρχει πλέον και καλούν συνεχώς την κυβέρνηση να παραδεχθεί την ύπαρξη του). Αυτή η διαδικασία, λόγω της άρνησης της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί οτιδήποτε, καταλήγει με φυσικό τρόπο στην αμφισβήτηση της κυβέρνησης. Αναγκαστικά, ένα κίνημα που κύριο ρόλο στη σύνθεση του έχουν τα μεσαία στρώματα ζητά την πτώση της κυβέρνησης, και ένα τέτοιο αίτημα, δεδομένης της απουσίας ενός «κόμματος της εργατικής τάξης» που θα καθοδηγούσε το κίνημα προς την «κατάληψη της εξουσίας», υπονοεί την αντικατάσταση της με μια άλλη κυβέρνηση(που θα μπορέσει να υποστηρίξει την ύπαρξη και αναπαραγωγή της ποιότητας της ζωής που θεωρούν ότι τους αντιστοιχεί). Αυτή η ενδογενής τάση δεν έρχεται σε αντίφαση με τα κοινοτιστικά χαρακτηριστικά των καταλήψεων, τα οποία όμως υποβιβάζονται ως στοιχείο συγκρότησης και μορφοποίησης του κινήματος όταν συγκεκριμενοποιείται ο πολιτικός στόχος. Η Αίγυπτος και η Τυνησία έδειξαν ότι πράγματι η πτώση της κυβέρνησης ολοκληρώνει αυτά τα κινήματα. Στην πραγματικότητα βέβαια, ότι αρχικά φάνταζε ως νίκη γρήγορα αποδείχτηκε ότι είναι ήττα, καθώς νέα αστυνομικά κράτη εγκαθιδρύθηκαν και η αναδιάρθρωση προχωράει κανονικά με περικοπές επιδομάτων, αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων κτλ. Το κίνημα όμως στην Αίγυπτο και την Τυνησία δεν μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια του, καθώς ο αρχικός στόχος που αντιστοιχούσε στην ενότητα του επετεύχθη. Η Τουρκία, το επόμενο ορόσημο αυτής της δυναμικής, που παρά τις διαφορές εντάσσεται σ’ αυτό το σχήμα, έχει ένα επιπλέον στοιχείο να αντιμετωπίσει ως κίνημα. Η πολιτική δύναμη της κυβέρνησης είναι πιο ισχυρή από αυτήν της Αιγύπτου και της Τυνησίας. Η ενότητα του κινήματος βασίζεται στην μετατροπή του κράτους σε αστυνομικό κράτος καταστολής τα τελευταία χρόνια. Το ερώτημα είναι: Μπορούν τα μεσαία στρώματα να ενσωματωθούν στο προλεταριάτο, ως δραστηριότητα αμφισβήτησης του κεφαλαίου, αν δεν ολοκληρωθούν πρώτα αυτά τα κινήματα με την πολιτική νίκη (δηλαδή ουσιαστική ήττα) τους; Η ήττα τους, που περνάει μέσα από την πολιτική τους νίκη, φέρνει αναγκαστικά τις διαιρέσεις που υπάρχουν στην επιφάνεια. Ένα κομμάτι του κινήματος προσπαθεί να συνεχίσει την εξέγερση, η οποία όμως παύει να έχει λαϊκή υποστήριξη (δηλαδή διαταξική υποστήριξη, καθώς η τάξη είναι σχέση και όχι κατηγορία). Χωρίς τη μαζική συμμετοχή των αποκλεισμένων και των φτωχών, πώς μπορεί να συνεχιστεί αυτή η εξεγερτική πορεία; Μπορεί;
Το κίνημα στην Τουρκία βρίσκεται σε εξέλιξη καθώς γράφεται αυτό το κείμενο. Η ιδιαιτερότητα του σε συνδυασμό με το ότι αποτελεί γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας μορφοποιεί το σημείο που βρισκόμαστε. Εδώ βρισκόμαστε: σε μια εξέγερση που ξέσπασε σε ένα ακόμη αστυνομικό κράτος. Μια εξέγερση με μικρές πιθανότητες «νίκης»στη βάση του περιεχομένου της και γι’ αυτό τόσο σημαντική.
Οι πρακτικές «κομμούνας» που έχουν αναγκαστικά ορίζοντα την καλύτερη διαχείριση του αστικού κράτους αλλά τελικά αυτός ο ορίζοντας διαψεύδεται, συναντιούνται με τις εξεγέρσεις των αποκλεισμένων στο γεγονός ότι στις τελευταίες δεν υπάρχει καν ο ορίζοντας κάποιας «νίκης».Το αποτέλεσμα της συνάντησης αυτής που θα κριθεί μεταξύ άλλων και από την αλληλεπίδραση των πρακτικών της «κομμούνας» με τις πρακτικές καθημερινότητας της επιβίωσης των δομικά αποκλεισμένων από το επίσημο κύκλωμα παραγωγής υπεραξίας θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την έκβαση της ταξικής πάλης της εποχής των ταραχών.

Woland/blaumachen & φίλοι

blaumachen #6



Κυκλοφόρησε το 6ο τεύχος του blaumachen (άνοιξη 2013)
Περιεχόμενα του τεύχους:
Editorial / Για την τρέχουσα κρίση, την Ευρωζώνη και τους ταξικούς αγώνες στην Ελλάδα / Το κίνημα των «Αγανακτισμένων» στην Ελλάδα / «Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά…» / Θέλουμε δουλειά και όχι ανεργία ή να τελειώνουμε και με τα δυο; / Για να απελευθερωθούμε από το χρέος ας καταστρέψουμε την οικονομία / Η ανάδυση του (μη-)υποκειμένου / Μορφή και περιεχόμενο της κρατικής καταστολής στις καταλήψεις / Για τις ταραχές στην Αγγλία και άλλα δεινά / Η μεταβατική περίοδος της κρίσης: η εποχή των ταραχών. Update (Σεπτέμβριος 2011) / Μια σύντομη κριτική της αυτοοργάνωσης στην Ελλάδα / Περί «κοινών» / Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός και η αυτοδιαχείριση ως ουτοπικός ορίζοντας της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης / Κομμουνιστικοποίηση εναντίον Κοινωνικοποίησης / Συνοπτική παρουσίαση του περιοδικού SIC / Théorie Communiste, Η κομμουνιστικοποίηση σε ενεστώτα χρόνο / Τυφλοπόντικα, είσαι εδώ; Αναδιαρθρωμένο κεφάλαιο, πάλη των τάξεων και επαναστατική προοπτική / Συζήτηση για την έννοια της συγκυρίας.

248 σελ. / 16,5x24,0 εκ. / ΛΤ 9,00 ευρώ
Κεντρική διάθεση: Εκδόσεις futura, Χαριλάου Τρικούπη 72, Τηλ. 210 5226361
futura@otenet.gr

Για την απεργία που δε γίνεται: Όχι με ένα πάταγο, αλλά με ένα λυγμό


Αναδημοσίευση από: http://communisation.espivblogs.net/

Η παρακμή του εργατικού κινήματος είναι μια διαδικασία που έχει ήδη διαρκέσει πολλά χρόνια, τώρα ζούμε τα επεισόδια του τέλους της. Αυτή η διαδικασία, φυσικά, δεν ήταν μια ευθεία πορεία από την ακμή στο θάνατο. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων συγκρούσεων, συγκεκριμένων αποτυχιών, ειδικών μετασχηματισμών. Το εργατικό κίνημα λάμπει δια της απουσίας του σε όλο το χρονικό διάστημα των μνημονίων (του πολέμου που έχει κηρύξει το κεφάλαιο στην εργατική τάξη και τα μεσαία στρώματα που ζουν στην Ελλάδα). Κανένα σημαντικό γεγονός της ταξικής πάλης τα τελευταία χρόνια δεν αφορούσε το εργατικό κίνημα ως τέτοιο: Ούτε ο Δεκέμβρης του 2008, ούτε το κίνημα των «αγανακτισμένων». Οι απεργίες ήταν μισοπεθαμένες και οι βασικοί τους στόχοι αμυντικοί, «να χάσουμε όσο γίνεται λιγότερα». Αυτό είναι ένα στοιχείο που κυριαρχεί ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αλλά από το 2010 και μετά έχει πλέον πάρει τον απόλυτα κυρίαρχο ρόλο. Οι διεκδικήσεις των εργαζομένων, τις σπάνιες φορές που αγωνίζονται μέσα στο χώρο εργασίας τους, είναι όχι απλώς αμυντικές αλλά φτάνουν στο σημείο να αναπαράγουν τις διασπάσεις που προκαλεί η νεοφιλελεύθερη διάρθρωση της εργασίας. Οι εργαζόμενοι συγκρούονται ολοένα και περισσότερο μεταξύ τους. Δε συγκρούονται μόνο εργαζόμενοι που απεργούν με άλλους που δεν μπορούν να «εξυπηρετηθούν» εξαιτίας της απεργίας των πρώτων, συγκρούονται και εργαζόμενοι μέσα στον ίδιο εργασιακό χώρο και μέσα στον αγώνα τους, καθώς οι διαιρέσεις είναι πολλές και ισχυρές, δεν μπορούν να αγνοηθούν στη διαπραγμάτευση με το αφεντικό, είτε αυτό είναι ιδιωτικό κεφάλαιο, είτε το κράτος. Κάθε συμβιβασμός σημαίνει ότι κάποιοι αποκλείονται από τα αποτελέσματα που θα αποφέρει μια «νίκη». Ο αποκλεισμός αυτός όμως δεν αφορά πλέον αυξήσεις μισθών αλλά συνήθως αφορά τις ίδιες θέσεις εργασίας, δηλαδή, μέσα σε συνθήκες κρίσης, την ίδια την επιβίωση.
Η απεργία των καθηγητών, που δεν έγινε, είναι βουτηγμένη σε αυτήν την πραγματικότητα. Οι καθηγητές δεν έχουν ενιαία συμφέροντα. Οι αναπληρωτές (που στην πραγματικότητα απολύονται με τις νέες ρυθμίσεις) είναι επισφαλείς εργαζόμενοι, η αντίθεση με τους μόνιμους είναι πολύ μεγάλη, δεν πρόκειται για τυπικό ζήτημα. Επίσης οι νέοι καθηγητές θα θιγούν πολύ περισσότερο από το μέτρο των υποχρεωτικών μετακινήσεων από ότι οι παλαιότεροι. Υπάρχουν συνεπώς τρία ήδη διαμορφωμένα υπο-στρατόπεδα, το κάθε ένα από τα οποία διεκδικεί αναγκαστικά το καλύτερο για τον εαυτό του. Όμως οι αναπληρωτές δεν μπορούν να έχουν τον ίδιο ρόλο με τους μόνιμους. Και οι παλαιότεροι αποτελούν την πλειοψηφία των προέδρων των ΕΛΜΕ. Αυτοί οι δύο παράγοντες ορίζουν την ιεραρχία ανάμεσα στα υπο-στρατόπεδα.
Οι καθηγητές έχουν ήδη υποστεί μείωση μισθών, όμως οι νεότεροι έχουν υποστεί πολύ μεγαλύτερη, αυτοί είναι που βρίσκονται σε αρκετές περιπτώσεις κάτω από το ιστορικά καθορισμένο όριο επιβίωσης του στρώματος της εργατικής τάξης στο οποίο ανήκουν. Οι νεότεροι, είναι αυτοί που μετά από τις μεγάλες μειώσεις των μισθών θα υποστούν και τις υποχρεωτικές μετακινήσεις, ένα μέτρο που πρόκειται να διαλύσει οικογένειες και να φτωχοποιήσει ακόμη περισσότερους. Τέλος, οι νεότεροι κάνουν λιγότερo ιδιαίτερα μαθήματα από τους παλαιότερους. Οι διαιρέσεις αυτές όχι μόνο έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στην πλήρη απουσία απεργιών στον κλάδο της δευτεροβάθμιας εδώ και πολλά χρόνια αλλά αποδίδουν τώρα τους καρπούς τους σε μια κρίσιμη συγκυρία. Οι διαιρέσεις υπονομεύουν την ίδια την ενιαία διεκδίκηση. Αυτό που παρουσιάζεται σαν ενιαία διεκδίκηση είναι στην ουσία πολλές αντικρουόμενες διεκδικήσεις και μια υποβόσκουσα διάθεση ενός μέρους να μην υπάρξει καμία αγωνιστική κινητοποίηση καθώς οι ίδιοι δεν θίγονται «ιδιαίτερα» (λυπούνται μεν για τους άλλους, αλλά…).
Το κράτος, παρ’ ότι θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις αντικειμενικές αυτές διαιρέσεις, και να περάσει «αναίμακτα» τις νέες ρυθμίσεις, κηρύσσει το νέο πόλεμο ενάντια στους εκπαιδευτικούς λίγο πριν τις πανελλαδικές εξετάσεις. Οι πανελλαδικές εξετάσεις, δεν είναι απλώς κάτι σημαντικό, είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχει η δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η κατανομή της εργασιακής δύναμης που επιτελούν αυτές οι εξετάσεις είναι ο θεμέλιος λίθος του εκπαιδευτικού συστήματος. Αν η σύγκρουση με επίδικο τις εξετάσεις είναι νικηφόρα για το κράτος, αυτή η «νίκη» είναι μια απόδειξη ότι όλα «δουλεύουν ρολόι», ότι προχωράει η διαμόρφωση κοινωνικής συναίνεσης στη βάση της καταστολής όποιου αντιστέκεται, στη βάση της «εθνικής προσπάθειας» για «ανάπτυξη». Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή σύγκρουσης από την πλευρά του κράτους, λόγω της (σωστής όπως αποδεικνύεται) εκτίμησης ότι θα νικήσει. Σκοπός του κράτους δεν είναι μόνο να «περάσει» τις ρυθμίσεις, αλλά να συντρίψει, ότι έχει απομείνει από τον συνδικαλισμό. Αυτή η στρατηγική είχε ήδη γίνει σαφής από την περίπτωση της επιστράτευσης στο Μετρό, αλλά τώρα παράγεται πιο αναβαθμισμένη. Αυτός ο στόχος είναι αναγκαίος καθώς η επερχόμενη ανάπτυξη θα μπορεί να υπάρξει μόνο στη βάση των πολύ χαμηλών μισθών, της πλήρως ατομικοποιημένης εργασιακής δύναμης, και της καταστολής όσων δεν μπορούν να ενσωματωθούν, καθώς είναι δεδομένο ότι, αν έρθει, θα είναι μια «άνεργη ανάπτυξη».
Τα αγωνιστικά στοιχεία ανάμεσα στους καθηγητές, κατανοώντας το ρίσκο που παίρνει το κράτος με την τακτική του, πίεσαν την ηγεσία της ΟΛΜΕ να κηρύξει απεργία στις εξετάσεις. Η στάση των καθηγητών ήταν αντικοινωνική, με την έννοια ότι με την αμφισβήτηση των εξετάσεων έθεταν σε αμφισβήτηση την ομαλή αναπαραγωγή ενός μέρους της κοινωνίας (πολλοί γονείς έχουν «επενδύσει» χρήμα στα παιδιά τους για να πετύχουν σ’αυτές τις εξετάσεις). Γιατί όμως μια αντικοινωνική στάση είχε τόσο μεγάλη υποστήριξη από τον κλάδο και κατ’επέκταση από μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης; Για πολλούς λόγους. Γιατί η επιστράτευση θυμίζει άλλες εποχές και ο κλάδος έχει πλειοψηφία αριστερών, γιατί το διακύβευμα (οι απολύσεις πολλών και η διάλυση των οικογενειών) συντονίζεται με το σημαντικότερο κοινωνικό πρόβλημα στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή (ανεργία-φτώχεια-κατάθλιψη), γιατί οι ίδιες οι εξετάσεις έχουν χάσει το κύρος τους καθώς οδηγούν με μαθηματική βεβαιότητα τους μαθητές στην ανεργία ή στη μετανάστευση στο εξωτερικό.
Στις συνελεύσεις των καθηγητών με συντριπτική πλειοψηφία ψηφίστηκε η απεργία. ΑΛΛΑ. Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο αλλά, ότι υπήρχαν κάποιες ΕΛΜΕ στις οποίες το ψήφισμα έλεγε ότι η απόφαση είναι «ηθική» και όχι πρακτική. Η απειλή της απόλυσης ήταν λοιπόν εν μέρει επιτυχημένη, το πιο βασικό όπλο του κράτους λειτούργησε εν μέρει. Ωστόσο, πολλές ΕΛΜΕ ψήφισαν πραγματικά απεργία. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος που έδειξε ότι υπήρχε μια δυναμική, ολόκληρη η «οργανωμένη κοινωνία», από τη Χρυσή Αυγή μέχρι την Ανταρσύα, άρχισε να προσεύχεται να μην αψηφήσουν στ’αλήθεια οι καθηγητές την επιστράτευση. Η άρνηση της επιστράτευσης θα είχε τα εξής αποτελέσματα: α) Σε περίπτωση μικρού αριθμού συμμετεχόντων στις απεργίες οι εξετάσεις θα διεξάγονταν μετά τις απολύσεις και η νίκη του κράτους θα ήταν ολοκληρωτική και με «πραγματικές απώλειες», β) αν ήταν μαζική η άρνηση της επιστράτευσης η σύγκρουση θα ήταν πολύ μεγάλη. Η κυβέρνηση δε θα μπορούσε να απολύσει, αλλά θα εξαπέλυε τις κρατικές και παρακρατικές δυνάμεις καταστολής ενάντια στους απεργούς για να τους ισοπεδώσει στο δρόμο. Η σύγκρουση θα γινόταν έξω από όλα τα σχολεία-εξεταστικά κέντρα, δηλαδή, διάσπαρτα σε ολόκληρη τη χώρα, και στις συγκρούσεις δε θα συμμετείχαν μόνο οι καθηγητές αλλά θα γινόταν ένα πανδαιμόνιο καθώς θα υπήρχαν γονείς, μαθητές και ο καθόλου ευκαταφρόνητος ακτιβίστικος χώρος.
Παραγωγικό, λοιπόν, δεν είναι να επαναλαμβάνεται η κοινοτοπία ότι «οι συνδικαλιστές πούλησαν την απεργία», αλλά να τίθεται το ερώτημα: «ποια ήταν η υλική βάση που είχαν για να πουλήσουν την απεργία;». Αντεστραμμένο το ερώτημα αυτό διατυπώνεται ως  «ποιος ήταν διατεθειμένος για μια καθολική σύγκρουση που θα συμπύκνωνε όλες τις αντιθέσεις»; Η απάντηση είναι ΚΑΝΕΙΣ. Το βράδυ της συνεδρίασης των προέδρων των ΕΛΜΕ μέσα και έξω από την αίθουσα η ατμόσφαιρα ήταν αντίστοιχη αυτής της απάντησης. Μέσα στην αίθουσα τον κρίσιμο ρόλο τον έπαιξαν δύο παράγοντες: Αφενός, η μη-διάθεση του ΣΥΡΙΖΑ και των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς να συγκρουστούν στο κοινωνικό πεδίο με το κράτος, κάτι που σ’ αυτή τη συγκυρία τους τοποθέτησε απευθείας στο στρατόπεδο της καταστολής (στην πρωτοπορία αυτού του στρατοπέδου είχε τοποθετηθεί από την αρχή της εβδομάδας το ΚΚΕ). Αφετέρου οι πρόεδροι των ΕΛΜΕ που είχαν λάβει από τη βάση την απόφαση για «ηθική» απεργία μαζί με εκείνους που απλά βρήκαν την ευκαιρία να «προδώσουν» τη βάση όταν εμφανίστηκε το καταπληκτικό ερώτημα «υπάρχουν οι προϋποθέσεις;», τοποθετήθηκαν στη βάση των δικών τους συμφερόντων (κυρίως παλαιότεροι μόνιμοι). Οι τελευταίοι αποτελούν τον ορισμό της αναντιστοιχίας μεταξύ συμφερόντων των «εκπροσώπων» και συμφερόντων εκείνων που θίγονται περισσότερο. Οι τύποι αυτοί είναι βέβαια ενάντια στις ρυθμίσεις, αλλά όχι και τόσο ενάντια ώστε να ρισκάρουν μια πραγματική σύγκρουση, σ’ αυτή τη συγκυρία.
Αυτή η ψοφοδεής στάση των συνδικαλιστών, αλλά και η μη αντίδραση της βάσης σ’ αυτή τη στάση, παράγεται από την αντίθετη προηγούμενη της: το περιεχόμενο της αγωνιστικής στάσης του αντιμνημονιακού κινήματος. Το κίνημα ενάντια στα μνημόνια ήταν ένα κίνημα κατά βάση πολιτικό (χωροταξικά ήταν απέναντι στη βουλή και προς αυτήν εξέπεμπε το λόγο του, ήταν διαιρεμένο ως δεξιά και αριστερά, σκοπό είχε την ανατροπή της κυβέρνησης). Αυτό το κίνημα ηττήθηκε οριστικά στις εκλογές του 2012. Από τότε έχουμε περάσει σε μια νέα φάση, στην οποία εδραιώνεται ένα ολοκληρωτικό καθεστώς καταστολής και ακόμη δεν έχει συγκροτηθεί ιστορικά το μαζικό στοιχείο που θα το αντιμετωπίσει, μπορεί και πάλι πολιτικά, αλλά μπορεί και όχι (η 12η Φλεβάρη του 2012 βρισκόταν ήδη μπλεγμένη μέσα σ’αυτήν την αντίφαση).
Το τέλος του συνδικαλισμού, δηλαδή το τέλος του εργατικού κινήματος (κάτι που δεν ταυτίζεται βέβαια με τέλος της ταξικής πάλης, αλλά με μια νέα φάση της) δεν ορίζεται λοιπόν από την «προδοσία των συνδικαλιστών». Ορίζεται από τη μη αντίδραση σ’αυτήν την προδοσία. Ορίζεται από το ότι, τα αγωνιστικά στοιχεία, οι συνδικαλιστές βάσης και ανένταχτα στοιχεία του κλάδου που ήταν έξω από το Τιτάνια δεν μπήκαν φουριόζοι μέσα να «σπάσουν τα κεφάλια των προδοτών». Δεν το έκαναν, όχι γιατί δεν τους έπνιγε η οργή, ή γιατί δεν είναι αρκετά αγωνιστές, αλλά γιατί και οι ίδιοι, ως τώρα, αποτελούσαν ως αντιπολίτευση μέρος εκείνου που πεθαίνει «όχι με πάταγο, αλλά με ένα λυγμό».
Ίσως αυτή τη φορά που πέθανε και η ΑΔΕΔΥ και ακολούθησε στον τάφο τη ΓΣΕΕ που μας έχει αφήσει χρόνους από το 2010, και ψυχορραγεί και η ΟΛΜΕ, τα αγωνιστικά στοιχεία να διασπάσουν επιτέλους τα σωματεία τους και να δημιουργήσουν άλλες μορφές, πιο επιθετικές που αντιστοιχούν περισσότερο στις συνθήκες. Θα μπορέσουν όμως ακόμη και οι πιο αγωνιστικές, πιο πολεμικές μορφές να ενώσουν την τάξη σε ένα διεκδικητικό αγώνα; Είναι πολύ αμφίβολο. Περισσότερο πιθανό φαίνεται, στην εξέλιξη του ταξικού αγώνα και στη βάση των συνδικαλιστικών αποτυχιών του, η τάξη να μπορεί να μπορεί να ενωθεί, όχι στη βάση της διεκδίκησης ενός συγκεκριμένου ταξικού συμφέροντος, αλλά πάνω στη βάση ενός αγώνα που θα καταργεί την καπιταλιστική κοινωνία. Είναι περισσότερο πιθανό, με βάση τις σημερινές εξελίξεις, η τάξη στο μέλλον να ενωθεί παίρνοντας άμεσα κομμουνιστικά μέτρα και καταργώντας και τον εαυτό της ως  τάξη.

Οδηγίες χρήσεις για σκεύη ανομίας


Της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας

Για άλλη μια φορά, η επάνοδος της καθημερινής ζωής στην κανονικότητά της γίνεται μέσω των μπάτσων και των δικαστών.
Καταπολέμηση της διάχυτης ανομίας στον αστεακό χώρο: ιδού ποιο είναι το σύνθημα που ενώνει όλους όσοι θέλουν να περισώσουν τον κόσμο-όπως-τον-ξέραμε, από τους πιο συνεσταλμένους απολογητές ως τα πιο εξαχρειωμένα μαντρόσκυλα. Αφού διασφαλίστηκε το ευρωπαϊκό status της χώρας, αφού τέθηκαν, μέσω μιας τρομακτικής υποτίμησης της ζωντανής εργασίας, οι όροι για την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας, τώρα σήμανε η ώρα της αποκατάστασης της Τάξης με το Ταυ κεφαλαίο. Ή μάλλον όλα αυτά πάνε πακέτο: είναι όψεις της ίδιας αθλιότητας, της ίδιας κανονικοποιημένης, οργανωμένης όπως ένα ευφάνταστο διαφημιστικό σποτ, βαρβαρότητας που επικρατούσε πριν το 2008 και που σήμερα μας καλούν να αναγνωρίσουμε, και να υποδεχθούμε πανηγυρικά, ως την πολυαναμενόμενη «έξοδο από την κρίση», ως τη «σωτηρία» μας.
Όπως και σε όλες τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, ο αστεακός χώρος πρέπει να (ξανα)γίνει λειτουργικός, ως έδαφος στο οποίο η πολιτική καταπίεση και η ταξική εκμετάλλευση, ο εκμηδενισμός, με άλλα λόγια, της αυτονομίας μας, και η πραγματική υπαγωγή της δημιουργικότητάς μας στο κεφάλαιο, διεξάγονται ομαλά, χωρίς σοβαρές εντάσεις και τριβές, εδραιώνονται ως κάτι το σύνηθες, εξιδανικεύονται ως «νόμος» και «τάξη».
Στον κόσμο-όπως-τον-ξέραμε είναι φυσιολογικό να σε ξεβράζει η θάλασσα ως ένα νεκρό ανώνυμο σώμα αν είχες προσπαθήσει να διέλθεις χωρίς χαρτιά τα σύνορα μιας χώρας (το ευρωπαϊκό status που λέγαμε …), είναι φυσιολογικό, μια ωραία πρωία, να απολύεσαι και να καταλήγεις, αν δεν έχεις καβάτζες, να πεθάνεις στο δρόμο, είναι φυσιολογικό να πουλάς τη δύναμή σου προς εργασία και να αναπληρώνεις την κλεμμένη σου ζωή με αγορές εμπορευμάτων, είναι φυσιολογικό να ανταγωνίζεσαι το διπλανό σου για μια θέση κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο του κεφαλαίου, είναι φυσιολογικό να σκέφτεσαι, να επικοινωνείς, να διασκεδάζεις, να γαμάς και να γαμιέσαι, με τη μεσολάβηση εταιρειών, είναι φυσιολογικό να αξιοποιείς το λεγόμενο ελεύθερό σου χρόνο κατά τρόπο ώστε να διαιωνίζεις την καταστατική ανελευθερία σου. Αντίθετα, το να οικοδομείς πειραματικά μια καθημερινότητα αγωνιζόμενος/η ενάντια στις υπάρχουσες συνθήκες, και στη βάση της αλληλεγγύης, της ισότητας, της αυτονομίας και της συνευθύνης που η αυτονομία συνεπάγεται, αυτό είναι ακριβώς μια «άνομη» συμπεριφορά, όχι «παράνομη», αλλά κάτι παραπάνω, «άνομη», μια συμπεριφορά πέραν του νόμου, γιατί δείχνει πέραν από τη φυλακή που η ζωή σήμερα είναι.
Δεν πρέπει, επομένως, να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτές τις μέρες μιλάνε περί «Βίλας Ανομίας», με τις ίδιες υστερικές κορώνες που χρησιμοποιούσαν ενάντια σε κάθε πρόσφατη εκδήλωση συλλογικής πολιτικής ανυπακοής (όπως π.χ. τα κινήματα άρνησης πληρωμής «χαρατσιών», διοδίων στις εθνικές οδούς, και εισιτηρίων στα ΜΜΕ), οι υπουργοί μιας κυβέρνησης που, κατά τα λοιπά, δεν διστάζει να κουρελιάσει τη συνταγματική νομιμότητα όταν πρόκειται για την υπερψήφιση και την εφαρμογή των «αναγκαίων, διαρθρωτικών και μη, μεταρρυθμίσεων», δηλαδή των απολύσεων, των περικοπών των κοινωνικών δαπανών, της ληστρικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου υπέρ των αφεντικών. Η κολοσσιαία υποκρισία των μόνων πραγματικά ανόμων που ωρύονται περί «ανομίας», ενώ οι ίδιοι τοποθετούνται προ του νόμου, κόβοντας και ράβοντας το νόμο κατά το δοκούν, όταν βέβαια δεν τσακώνονται μεταξύ τους για τα στικάκια με τα ονόματα των φοροφυγάδων καπιταλιστών, μετατρέπεται πλέον σε μια πολιτική στρατηγική επιβολής ενός καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης με κοινοβουλευτικό μανδύα.
Χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις λοιπόν: εκείνοι και εκείνες που επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το χώρο της Villa Amalias και να τον υπερασπιστούν ως μια εστία αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης, όπως και εκείνοι και εκείνες που σε διάφορες γωνιές αυτής της χώρας υπερασπίζονται ανάλογα εγχειρήματα, από συλλογικές κουζίνες και κοινωνικά ιατρεία μέχρι αρχεία προλεταριακής αντι-γνώσης και αυτοδιαχειρίζομενους ραδιοφωνικούς σταθμούς, κρατάνε το παράθυρο του χειραφετημένου μέλλοντος ανοιχτό. Αυτός είναι ο λόγος που βρίσκονται στο στόχαστρο της κρατικής καταστολής σήμερα, όταν τα αφεντικά πασχίζουν, αξιοποιώντας την ευχέρεια «νόμιμης βίας», και θεσμοποιημένης ανομίας, που τους παρέχει το κράτος τους, να ξαναστήσουν τον κόσμο-όπως-τον-ξέραμε στα πόδια του, μετά από μια πενταετία κατά την οποία ο καθρέφτης της κυριαρχίας τους ράγισε. Αυτός, όμως, είναι και λόγος για τον οποίον οι νίκες ή οι ήττες αυτών των συγκεκριμένων συντρόφων είναι και νίκες ή ήττες ενός πολύ ευρύτερου κοινωνικού δυναμικού, όσων αρνούνται να υπογράψουν ειρήνη με έναν κόσμο όπου η εκμετάλλευση και η ανελευθερία είναι φυσιολογικές καταστάσεις, όσων επιμένουν να αγωνίζονται εδώ και τώρα για την αλλαγή της ζωής.
Σε αυτήν τη μάχη, είμαστε μαζί με τις συλλογικότητες των καταλήψεων, και γενικότερα των αυτοδιαχειριζόμενων κοινωνικών χώρων, όχι επειδή μας αρέσει το εναλλακτικό lifestyle, αλλά επειδή αυτοί οι χώροι αποτελούν εστίες αντίστασης στην κυρίαρχη βαρβαρότητα, και τόπους όπου καθημερινά επινοείται μια αληθινή κοινότητα, μια αναδυόμενη κοινότητα των ανθρώπινων όντων, μια ποίηση από το μέλλον, τις εκλάμψεις της οποίας κανένας δικαστής και κανένας μπάτσος δεν μπορεί να καταστείλει.

Ας το ξαναπούμε, για να μην ξεχαστούμε ούτε κι εμείς, σε αυτούς τους μαύρους καιρούς, και κυρίως για να μην το ξεχάσουν ούτε κι οι εχθροί μας:
Δεν θα μας νικήσουν ποτέ!!!
 
Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας
περιοδικό Κλήδονας

Επάγγελμα μπάτσος

Του Ηλία Ιωακείμογλου  
Αναδημοσίευση από red notebook

Σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ειδικά σώματα αστυνομικών ξυλοκοπούν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση την πρώτη ύλη της εργασίας τους, δηλαδή τους διαδηλωτές, ενώ ταυτοχρόνως ως εργαζόμενοι υφίστανται μειώσεις του εισοδήματός τους, ήταν φυσικό να ανακινηθεί, στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, το ζήτημα της ταξικής θέσης των μπάτσων. Η συνηθισμένη απάντηση που δίνεται από τα περισσότερα στελέχη της Αριστεράς είναι απλή και σύντομη: Πρώτον, τα ειδικά σώματα, όπως και το σύνολο των αστυνομικών, είναι εργαζόμενοι, άρα ανήκουν και αυτοί στις εργαζόμενες τάξεις, επομένως στο μεγάλο εκλογικό ακροατήριο της Αριστεράς. Δεύτερον, όταν βιαιοπραγούν ακολουθούν, ως επαγγελματίες, τις οδηγίες και τις διαταγές που δέχονται από τους ιεραρχικά ανωτέρους τους.
Αυτή η απλοϊκή αντιμετώπιση του ζητήματος αποτελεί ακόμη ένα σύμπτωμα του αποχωρισμού της Αριστεράς από την μαρξιστική θεωρητική της παράδοση. Εξ όσων γνωρίζω, κανείς δεν ένοιωσε την ανάγκη, στα πλαίσια της πρόσφατης σχετικής συζήτησης να ανασύρει την ξεχασμένη μαρξιστική θεωρία των κοινωνικών τάξεων. Και όμως, πρόκειται για μια παράδοση που έχει να μας πει πολλά περισσότερα από τις απλές εμπειρικές «διαπιστώσεις», ότι οι αστυνομικοί είναι εργαζόμενοι που ενίοτε γίνονται βίαιοι επειδή ακολουθούν οδηγίες.
Καταρχήν, οι αστυνομικοί είναι μια επαγγελματική ομάδα που δεν μπορεί να οριστεί με αναφορά στις σχέσεις παραγωγής, διότι δεν συμμετέχουν στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, στην σφαίρα της οικονομίας που παράγει προστιθέμενη αξία, δηλαδή εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά και δημιουργούν τις δύο βασικές μορφές εισοδήματος: τον μισθό και το κέρδος. Η επαγγελματική ομάδα των μπάτσων βρίσκεται έξω από την σφαίρα της παραγωγής: ανήκουν στις κατώτερες βαθμίδες κρατικών υπαλλήλων και συμβάλλουν, με τον τρόπο τους, στην κοινωνική αναπαραγωγή. Η αμοιβή της εργασίας τους δεν έχει καμία σχέση με την παραγωγή ούτε αξίας ούτε υπεραξίας: είναι ένα εισόδημα που τους εκχωρείται από τα φορολογικά έσοδα σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους.
Για τους λόγους αυτούς, η ταξική θέση των αστυνομικών δεν μπορεί να βρίσκεται κοντά στην βιομηχανική εργατική τάξη ή στο προλεταριάτο των υπηρεσιών. Αντιθέτως, από καθαρά οικονομική άποψη, η θέση τους είναι όμοια με όλα εκείνα τα επαγγέλματα που ανταλλάσσουν τις υπηρεσίες τους έναντι εισοδήματος χωρίς να παράγουν οικονομική αξία, δηλαδή εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά, πλην όμως, συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Πρόκειται για όλους τους υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης, τους εκπαιδευτικούς, τους στρατιωτικούς, το νοσηλευτικό προσωπικό, και τους άλλους εργαζόμενους που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του συστήματος, ο καθένας με τον τρόπο του, χωρίς να παράγουν οι ίδιοι οικονομική αξία, εμπορεύματα. 
Για όλες αυτές τις επαγγελματικές κατηγορίες, ο οικονομικός προσδιορισμός της ταξικής θέσης είναι εξαιρετικά αδύναμος και έχει αρνητική αξία: μάς λέει κυρίως σε ποιες τάξεις δεν ανήκουν οι εργαζόμενοι στον στενό δημόσιο τομέα χωρίς να μας λέει πού ακριβώς ανήκουν. Για τον λόγο αυτό, η μαρξιστική θεωρητική παράδοση εισάγει στο σημείο τρία ακόμη κριτήρια της ταξικής θέσης: τη σχέση με το κράτος (δηλαδή την εξουσία), την σχέση με την κοινωνική αναπαραγωγή, και τη σχέση με τις ιδέες (την ιδεολογία). Αυτά είναι τα κριτήρια που μπορούν να μας εξηγήσουν την ταξική διαφορά μεταξύ ενός αστυνομικού των ειδικών δυνάμεων (ενός μπάτσου δηλαδή), ενός καθηγητή του δημόσιου λυκείου, ενός γιατρού και ενός οδηγού απορριμματοφόρου του Δήμου.
Προφανώς, ένας μπάτσος και ένας γιατρός του ΕΣΥ, έχουν διαφορετική σχέση με τον κράτος: ο δεύτερος φροντίζει τους πολίτες, με ανάθεση από το κοινωνικό κράτος, ενώ ο πρώτος υπηρετεί τον καταπιεστικό μηχανισμό του κράτους (δηλαδή της πολιτικής εξουσίας), που του έχει αναθέσει να ασκεί καταστολή και βία προκειμένου να διατηρηθεί (ή να διατηρήσει τις ισορροπίες της) η πολιτική εξουσία. Η ταξική θέση του γιατρού του ΕΣΥ ορίζεται σε σχέση με το κοινωνικό κράτος, ενώ του αστυνομικού σε σχέση με τον μηχανισμό του κράτους ως δύναμη καταστολής και καταπίεσης των «εχθρών του κράτους».
Αυτό μας φέρνει στην ιδεολογία: Κάθε επάγγελμα, μαζί με τις θεωρητικές ή τεχνικές γνώσεις που απαιτεί η εξάσκησή του, φέρνει μαζί του και κανόνες για την ορθή χρήση τους, που πρέπει να έχει ο καθένας ανάλογα με το επάγγελμα που θα ασκήσει. Πρόκειται για πρακτικούς κανόνες δεοντολογίας, ορθής συμπεριφοράς κλπ που αντλούν την ύπαρξή τους από μιαν αντίστοιχη ιδεολογία -μιαν ιδεολογία καλλιεργημένη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, ιδιαίτερα δε από τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, αφού αυτός παράγει, εν πολλοίς, τα επαγγέλματα. Έτσι, η άσκηση του επαγγέλματος του γιατρού του ΕΣΥ συνοδεύεται από κανόνες που συμπυκνώνονται στον όρκο του Ιπποκράτη, αλλά και άλλους κανόνες, που αντλούν την ύπαρξή τους από τις ανθρωπιστικές ιδεολογίες, αυτές που αναφέρονται στην «αξία» της ανθρώπινης ζωής και της υγείας, στα κοινωνικά δικαιώματα κλπ. Χωρίς την ύπαρξη μιας τέτοιας ιατρικής ιδεολογίας και τέτοιων αντίστοιχων κανόνων, η άσκηση του επαγγέλματος του γιατρού θα ήταν αδύνατη, και κάθε γιατρός θα ήταν ελεύθερος να αποφασίζει κατά την προσωπική του αντίληψη, αυθαίρετα, για μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων ζωής και θανάτου. Αντίστοιχα, η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου, δηλαδή των ειδικών σωμάτων πολιτικής καταστολής και καταπίεσης, συνοδεύεται από κανόνες (των οποίων την εφαρμογή βλέπουμε καθημερινά στους δρόμους) που αντλούν την ύπαρξή τους από την πολιτική ιδεολογία του "εσωτερικού εχθρού", δηλαδή από μια ιδεολογία διάκρισης και μίσους. Χωρίς την ύπαρξη μιας τέτοιας ιδεολογίας μίσους και των αντίστοιχων κανόνων συμπεριφοράς, η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου θα ήταν αδύνατη, διότι κάθε μπάτσος θα έπρεπε να αποφασίζει καθημερινά για την ηθική νομιμότητα της αιματηρής επαγγελματικής του πρακτικής εν μέσω μιας κοινωνίας που εμφορείται, ακόμη σε μεγάλο βαθμό, από ανθρωπιστικές αξίες δικαιοσύνης, ανεκτικότητας, κοινωνικών δικαιωμάτων, ελευθερίας κλπ.
Στην ελληνική της εκδοχή, η ιδεολογία του εσωτερικού εχθρού, που κινεί τα νήματα της συμπεριφοράς του μπάτσου, είναι ιδιαίτερα ισχυρή και εμπλουτισμένη από την ίδια την ελληνική ιστορία της Εθνικοφροσύνης, ιδιαίτερα δε του εμφυλίου πολέμου: τα κομμούνια, οι αναρχικοί και οι κάθε είδους ομάδες με παρεκκλίνουσα πολιτική συμπεριφορά ως προς τις πατροπαράδοτες αξίες του Έθνους, απειλούν με διάλυση τον μεγάλο πολιτισμό των Ελλήνων, από τον Παρθενώνα μέχρι σήμερα. Είναι οι εχθροί της κοινωνίας, είναι αμετανόητοι και αποφασισμένοι, και για τον λόγο αυτό τους αξίζει κάθε είδους βίας, στα πλαίσια που ορίζει βεβαίως η αστική εξουσία -δηλαδή το Αφεντικό.
Τέτοιοι είναι οι μη οικονομικοί ταξικοί προσδιορισμοί της ομάδας των μπάτσων. Είναι αυτοί οι προσδιορισμοί που χαλυβδώνουν την θέλησή τους να ασκήσουν χωρίς αναστολές βία επάνω σε πολίτες, που διεγείρουν το ζωώδες πνεύμα τους, τους συγκροτούν σε ομάδα κρούσης και τους μετατρέπουν από επαγγελματική ομάδα σε κοινωνική ομάδα, δηλαδή σε ομάδα που εμφανίζεται στην αιματηρή σκηνή της πολιτικής βίας ως ένα και μοναδικό υποκείμενο, ένα και μοναδικό πρόσωπο, με ενιαία θέληση και ομοιογενοποιημένο μίσος για τους εχθρούς του Έθνους.

http://www.rednotebook.gr/details.php?id=7205

Οργανώνοντας την Αντίσταση: Περί μιας όψιμης συζήτησης


Του Γ.Σ.

«Ο κύριος Κ. είπε κάποτε: Αυτός που σκέφτεται δεν ξοδεύει ούτε μια σταλιά φως παραπάνω, ούτε ένα κομμάτι ψωμί παραπάνω, ούτε μια σκέψη παραπάνω».
- Μ. Μπρεχτ, «Οργάνωση»

Μέσα από την ανάγνωση των διαφόρων κειμένων που γράφτηκαν μετά την απεργία της 26ης Σεπτεμβρίου, όπως επίσης και των διαδικτυακών συζητήσεων, μπορούν να εξαχθούν δυο συμπεράσματα. Καταρχάς ότι υπήρξε απογοήτευση για την χαμηλού επιπέδου μαχητικότητα και την συνακόλουθη μη-γενίκευση της σύγκρουσης με τις δυνάμεις καταστολής, μια τάση που επικρατεί κυρίως στον αναρχικό χώρο, κάτι αναμενόμενο εφόσον η εξεγερσιακή προοπτική του ορίζει ως κριτήριο αξιολόγησης μιας πορείας τον βαθμό ρήξης, δείκτης του οποίου είναι η σύγκρουση. Έχοντας ως αναπόφευκτη αναφορά την 12η Φεβρουαρίου, αλλά ακόμα και τις απεργιακές μέρες του Ιουνίου του 2011, η πορεία της 26ης ευλόγως θύμισε χαλεπούς καιρούς, όπου η σύγκρουση είχε τον χαρακτήρα της μειοψηφικής «εκτροπής» από την ειρηνική διαμαρτυρία. Το γνωστό σκηνικό δηλαδή της επίθεσης στους μπάτσους στο Σύνταγμα από μικρές ομάδες, την ταχύτατη αποχώρηση της κύριας μάζας των διαδηλωτών και την μετέπειτα περιστολή των όποιων συγκρούσεων στην περιοχή των Εξαρχείων. Φυσικά στην Αριστερά, εξίσου αναμενόμενα, υπάρχει και μια αισιοδοξία που πηγάζει από την μαζικότητα της διαδήλωσης. Πέρα όμως από τις ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ (η οποία μέσα στα πλαίσια της επιλογής να παίξει το χαρτί της «νομιμότητας» και της «υπεύθυνης δύναμης» δεν φαίνεται να επιθυμούσε κάτι παραπάνω) και του ΚΚΕ (της οποίας η επαναστατική ρητορεία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την διάθεση της για πραγματική αστάθεια), στο μεγαλύτερο κομμάτι της Αριστεράς είναι εξίσου φανερή η αναγνώριση της ανεπάρκειας μιας διαδήλωσης σαν της 26ης Σεπτεμβρίου. Και στα πιο σκεπτόμενα τμήματα των αριστερού χώρου αυτή η αναγνώριση συνοδεύεται από έντονο προβληματισμό για το γεγονός ότι οι δυνάμεις καταστολής έλεγξαν εύκολα την κατάσταση. Από αυτό λοιπόν το σκηνικό απογοήτευσης και προβληματισμού προκύπτει ως διαπίστωση η ύπαρξη οργανωτικού ελλείμματος. Εδώ είναι ο κοινός τόπος όπου η Αριστερά και η Αναρχία συναντώνται: για να είναι αποτελεσματική μια πορεία, και εν γένει η αντιπαράθεση με το κράτος, χρειάζεται καλύτερη οργάνωση. Αυτή εν προκειμένω η διαπίστωση στοιχειοθετεί μέρος ενός γενικότερου προβληματισμού περί οργάνωσης που αναπτύσσεται στους ριζοσπαστικούς πολιτικούς χώρους, στην Αριστερά κυρίως με την μορφή της σύστασης «μετώπου» και στον αναρχικό χώρο καταρχάς ως εσωτερικό επίδικο.
Περιορίζοντας το πεδίο της συζήτησης στο ζήτημα της οργανωτικής αναβάθμισης μαζικών διαδηλώσεων και/ή συγκρουσιακών καταστάσεων, στην βάση του τρέχοντος προβληματισμού υπάρχει η ορθή διάγνωση ενός ελλείμματος. Ποιος δεν έχει βαρεθεί να βλέπει τόσες χιλιάδες κόσμου να αδυνατούν να αντιπαρατεθούν με τις δυνάμεις καταστολής ακόμα και σε στιγμές που κάτι τέτοιο είναι εφικτό; Ποιος δεν επιθυμεί η σύγκρουση με τον κρατικό μηχανισμό να γίνεται με καλύτερους όρους; Ποιος δεν βαρέθηκε να μετράει ήττες; Ο εύκολος δρόμος θα ήταν μια αναγωγή σε κάποια υποτιθέμενη «ουσία» ή «ταυτότητα» του κόσμου – «βολεμένοι», «ειρηνιστές», «μικρο-αστοί», «αριστεροχαρούμενοι», «μπάχαλοι» κοκ. Τέτοιες ταυτοποιήσεις όμως ελάχιστα βοηθούν στην εμβάθυνση της κουβέντας, κάτι που ισχύει ακόμα και όταν ενέχουν μια δόση αλήθειας. Οι λόγοι περί οργάνωσης αντίθετα φιλοδοξούν να θέσουν το ζήτημα σε σοβαρές βάσεις, πέρα από ανέξοδους αφορισμούς. Ακριβώς όμως για αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητο να αποσαφηνιστούν οι όροι της συζήτησης, αλλιώς το όλο θέμα μπορεί να δράσει αποπροσανατολιστικά. Ως μια μικρή συμβολή ακολουθούν οι παρακάτω σκέψεις.
Αν κάτι επιβεβαίωσε η απεργιακή συγκέντρωση είναι ότι σε τέτοιους είδους μαζικές κινητοποιήσεις πολλά κρίνονται από την διάθεση του πλήθους. Σε κάθε περίοδο, και πόσο μάλλον σήμερα όπου το επίπεδο συμμετοχής σε συλλογικές διαδικασίες είναι αρκετά μικρό, αυτή η διάθεση καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από τον ψυχισμό, ο οποίος αποτελεί ένα μίγμα αυθορμητισμού και πρακτικού υπολογισμού. Έπεται ότι η εκ των προτέρων ζύμωση, η προσπάθεια δημιουργίας «κλίματος», είναι δυνητικά ένας καθοριστικός παράγοντας, αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε. Όσον αφορά την πορεία της 26ης, στο βαθμό που δεν ορίζουμε την ανάλυση μας από το πώς θα θέλαμε – ή από το πώς πιστεύουμε πως θα έπρεπε – να είναι τα πράγματα, αλλά με βάση την υπαρκτή κατάσταση, ένας ισορροπημένος απολογισμός είναι ότι η εν λόγω πορεία είχε τον χαρακτήρα μιας δήλωσης παρουσίας μετά από μεγάλο διάστημα κινηματικής αδράνειας. Παίρνοντας υπόψη την αδιάκοπη προπαγάνδα των φορέων εξουσίας, αυτό είναι αρκετά σημαντικό, εφόσον δείχνει ότι η νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας ως διεκπεραιωτή της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης βρίσκεται ακόμα σε οριακά επίπεδα. Από αυτό όμως μέχρι την ακατανόητη θριαμβολογία περί «μεγαλειώδους συγκέντρωσης» υπάρχει τεράστια απόσταση. Το περιεχόμενο της πορείας ήταν κατώτερο των περιστάσεων, καθόσον στην τρέχουσα συγκυρία όπου η καταστολή αποτελεί την ουσιώδη μορφή απάντησης του Κράτους στις διάφορες κοινωνικές διεκδικήσεις και αιτήματα, μόνο ως πισωγύρισμα μπορεί να ιδωθεί η μορφή ειρηνική-διαμαρτυρία-προς-τις-εκλεγμένες-εξουσίες. Αν κάτι άλλωστε επιβεβαιώθηκε την προηγούμενη περίοδο είναι ότι το κράτος δεν καταστέλλει όταν «προκαλείται» αλλά όταν απειλείται. Η ανάγκη λοιπόν σύγκρουσης, όπως τονίζεται από τον αναρχικό χώρο (και όχι μόνο) δεν έχει να κάνει τόσο με κάποιο «φετιχισμό του μπάχαλου» αλλά με μια ορθή διάγνωση της ιστορικής συγκυρίας. Διότι σήμερα, απλά και μόνο η προσπάθεια εναντίωσης στα σχέδια της εξουσίας βάζει εκ των πραγμάτων την όποια αντίσταση ή διεκδίκηση σε τροχιά σύγκρουσης.
Ακριβώς όμως λόγω των ειδικών συνθηκών της τρέχουσας περιόδου, το γεγονός της μη γενίκευσης της σύγκρουσης στην τελευταία απεργιακή διαδήλωση δεν είναι απαραίτητα δείγμα και για τις κινητοποιήσεις που θα ακολουθήσουν. Η κλιμάκωση της καταστολής την προηγούμενη περίοδο επέφερε ως λογικό επακόλουθο και την διάχυση συγκρουσιακών πρακτικών, ή τουλάχιστον την νομιμοποίηση τους, σε ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των «από κάτω». Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη και τον παράγοντα του ψυχισμού, δεν αποκλείεται την μέρα της ψήφισης των νέων μέτρων τα πράγματα να είναι αλλιώς και να ομοιάζουν με την 12η Φεβρουαρίου. Η συγκέντρωση με αφορμή τον ερχομό της Μέρκελ στις 9/10 έδειξε αν μη τι άλλο ότι υπάρχει αρκετή οργή και απελπισία ώστε, παρόλη την καταστολή, ένα σημαντικός αριθμός ανθρώπων να κατέβει και να προσπαθήσει να παραμείνει στον δρόμο. Αυτή όμως η τελευταία συγκέντρωση επικύρωσε επίσης αυτά που τονίζονται στις διάφορες παρεμβάσεις: πρώτον, ότι το επίπεδο προετοιμασίας του κόσμου, έστω και για μια στοιχειώδη αυτοάμυνα ενάντια στα εργαλεία καταστολής, είναι κατώτερο των απαιτήσεων. Δεύτερον, ότι ακόμα και αν συντελεστεί μια τέτοια εξεγερσιακή κατάσταση, όσο καλοδεχούμενη και να είναι, επουδενί δεν είναι επαρκής. Πέρα από το (ουσιώδες) ζήτημα του περιεχομένου, υπάρχει το πρακτικό ζήτημα ότι οι εκτεταμένες συγκρούσεις της 12ης Φεβρουαρίου (όπως άλλωστε κάθε άλλης συγκρουσιακής διαδήλωσης) δεν απέτρεψαν την ψήφιση του προηγούμενου πακέτου μέτρων, ασχέτως αν οδήγησαν στον –ριψοκίνδυνο από την σκοπιά της εξουσίας, αλλά εν τέλει επιτυχημένο– ελιγμό των εκλογών. Είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο όπου η καλύτερη οργάνωση προκρίνεται ως το απαραίτητο «βήμα μπροστά».
Τα πρώτα ερωτήματα που τίθενται είναι για τι ακριβώς τύπου οργάνωση μιλάμε και ποιους ακριβώς αφορά. Αν ας πούμε το υποκείμενο της οργάνωσης είναι ο «λαός που αντιστέκεται», πως ακριβώς μπορεί να οργανωθεί ένα πλήθος εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων με διαφορετική ταξική προέλευση, διαφορετικές προσδοκίες, αναφορές κλπ; Η μια εκδοχή είναι μέσω ενός «ενιαίου κέντρου αγώνα» νοούμενο ως μια (λίγο ή πολύ ιεραρχική) δομή που αγκαλιάζει το σύνολο, ή τουλάχιστον την πλειοψηφία, «του διαμαρτυρόμενου λαού» και που κατευθύνει τις όποιες κινητοποιήσεις βάση ενός ρητού σχεδίου και προγράμματος. Σε μια τέτοια περίπτωση, το μοντέλο θα ήταν σαφώς αυτό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών, δηλαδή μιας οργανωτικής μορφής που φέρει τα χαρακτηριστικά ενός τακτικού στρατού, ακόμα και αν δεν τίθεται ζήτημα ένοπλης σύρραξης. Ασχέτως του πως αξιολογείται και κρίνεται το αναφερθέν ιστορικό παράδειγμα, μια τέτοια περίπτωση είναι εν τη παρούσα συγκυρία αδύνατη ή τέλος πάντων εξαιρετικά ισχνή. Διότι αυτό θα προϋπέθετε την ύπαρξη ενός πολιτικού μορφώματος –κόμματος ή μετώπου– το οποίο να μπορεί να εκπροσωπήσει, να συνθέσει, να αρθρώσει και να κινητοποιήσει τις ετερόκλητες επιδιώξεις της κοινωνικής μάζας. Αν υπάρχει ένα τέτοιο πολιτικό μόρφωμα που οριακά μπορεί να έχει τέτοιες αξιώσεις σήμερα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος όμως δεν έχει τέτοιες φιλοδοξίες. Άρα η σχέση ριζοσπαστικο-ποίησης εδώ μπορεί να είναι μόνο από τα κάτω προς τα πάνω, δηλαδή το κίνημα να πάει μπροστά τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι το αντίθετο. Προφανώς, εδώ μπορεί να τεθεί το ζήτημα του κατά πόσον το συγκεκριμένο κόμμα είναι αντάξιο ενός τέτοιου ρόλου. Αλλά η κουβέντα περί καταλληλότητας του τάδε ή του δείνα πολιτικού μορφώματος προϋποθέτει ότι το οργανωτικό μοντέλο ως τέτοιο είναι επιθυμητό. Και η κριτική ανάλυση αυτής της θέσης χρειάζεται τουλάχιστον να έχει αποσαφηνίσει την δομή του εν λόγω μοντέλου και τις θεμελιακές υποθέσεις που την διέπουν.
Επί της ουσίας, η προοπτική του «ενιαίου κέντρου αγώνα» αναγάγει το αίτημα οργανωτικής αναβάθμισης σε ένα αίτημα πολιτικής πρωτοπορίας. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με το κλασικό αξίωμα του Μαρξισμού-Λενινισμού ότι χωρίς την παρέμβαση της μορφής κόμμα, δηλαδή την πολιτική (ως) διαμεσολάβηση, δεν μπορεί να υπάρξει χειραφέτηση, μια θέση που (δικαίως ή μη) εμφορείται από μια έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις μάζες. Επί του προκειμένου αυτό σημαίνει ότι ο κοινός τόπος που συνενώνει το πλήθος σε ένα εύθραυστο σώμα αντίστασης (δηλαδή ο πρακτικός σκοπός της εναντίωσης στην υποβάθμιση του βίου) μπορεί να γίνει παραγωγικός (να μετουσιωθεί δηλαδή σε θετικό πρόταγμα), μόνο δια μέσου της οικειοποίησης ενός πολιτικού προγράμματος στου οποίου την σύνταξη τα ίδια τα υποκείμενα είχαν ελάχιστη συμμετοχή (πχ. εθνικοποιήσεις τραπεζών, ρήξη με την ΕΕ, κλπ). Σίγουρα μπορεί να διατυπωθούν διάφορες ενστάσεις, που θα στηρίζονται σε ραφιναρισμένες αναλύσεις περί δυαδικής εξουσίας, άμεσης δημοκρατίας, αυτοοργάνωσης, στις οποίες η σχέση βάσης-πρωτοπορίας επιχειρείται να γίνει αντιληπτή με έναν πιο διαλεκτικό τρόπο. Σαφέστατα, αυτές οι τύπου αναλύσεις αναγνωρίζουν την ανάγκη εμπλουτισμού της παραδοσιακής Λενινιστικής προοπτικής. Όμως, στο βαθμό που κινούνται ακόμα εντός αυτής της προοπτικής, δεν μεταλλάσουν τον ουσιώδη δυισμό της, στο πλαίσιο του οποίου η μάζα παραμένει τελικώς στρατιώτης και εργάτης ενός Σκοπού του οποίου ο λόγος αρθρώνεται άνωθεν από τους ειδικούς της πολιτικής. Το πρόβλημα της οργάνωσης εν τέλει είναι πρόβλημα σωστής ηγεσίας και η οργανωτική αναβάθμιση των πορειών και γενικά της ταξικής πάλης είναι εν τέλει θέμα δόμησης μιας κατάλληλης σχέσης προ(σ)τάγματος-εκτέλεσης. Προφανώς, η (όποια) διαπίστωση δεν είναι αυτοστιγμεί και αναίρεση, αλλά εδώ δεν είναι ο τόπος για να εμβαθύνουμε στο πρόβλημα της πολιτικής οργάνωσης ως μορφή διακριτή από την κοινωνική/ταξική δραστηριότητα. Επί του παρόντος, το σημαίνον είναι ότι αυτή η λογική της πολιτικής πρωτοπορίας ως προϋπόθεση επιτυχούς αντίστασης επιτελεί μια μετάθεση της σύγκρουσης στο μέλλον σε μια στιγμή όπου πλέον οι συνθήκες θα είναι «ώριμες». Όλες όμως οι παραπομπές στην «αυθεντία» του Λένιν δεν αρκούν για να αλλάξουν το γεγονός πως αυτή η μετάθεση είναι μια παραδοχή αδυναμίας, η αναγνώριση ότι αυτήν την στιγμή που τα μέτρα ψηφίζονται (όπου δηλαδή η υποτίμηση της ζωής μας παίρνει θεσμική μορφή) δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής αντίσταση, πέρα από φλογερές ρητορείες στις οποίες ειδικά η Αριστερά, με πρωτοπόρο το ΚΚΕ, δεν φείδεται.
Αν αυτήν την στιγμή το πλήθος δεν μπορεί να οργανωθεί ως ένα πειθαρχημένο, ενιαίο πολιτικό σώμα, υπάρχει τουλάχιστον η δυνατότητα της πιο συγκροτημένης οργάνωσης επιμέρους ομαδοποιήσεων. Αυτή η προοπτική αναμφίβολα εμφανίζεται πιο γειωμένη, καθώς θέτει το πρακτικό ζήτημα της με καλύτερους όρους αντιπαράθεση εν τη παρούσα στιγμή. Επίσης είναι πιο εφικτή, τόσο για τις πορείες όσο και γενικότερα, εφόσον αναφέρεται σε υπάρχουσες συλλογικότητες και χώρους, προκρίνοντας την βέλτιστη προετοιμασία τους και ένα στοιχειώδες πλάνο δράσης. Δυνητικά, μια τέτοια κατάσταση μπορεί να δράσει θετικά για το σύνολο της αγωνιζόμενης μάζας, στον βαθμό που η παρουσία συγκροτημένων ομάδων αποτελεί καταλύτη ενδυνάμωσης και για όσους επιθυμούν να παραμείνουν στον δρόμο. Τίθενται όμως κάποια ουσιώδη ζητήματα. Καταρχάς υπάρχει ο κίνδυνος (υπαρκτός ως τάση στα πιο συγκρουσιακά κομμάτια του α/α χώρου) το διακύβευμα της οργανωτικής αναβάθμισης να περιοριστεί στο στρατιωτικό επίπεδο, στο πως «να τσακίσουμε τους μπάτσους». Δεν χωράει αμφιβολία ότι αυτό είναι και θεμιτό και σημαντικό. Αλλά μόνο, πρώτα από όλα, υπό την προϋπόθεση ότι η υπεροπλία των δυνάμεων καταστολής αναγνωρίζεται, υπό την έννοια ότι ο βαθμός βίας που μπορεί να κινητοποιήσει το κράτος, εφόσον έχει έναν ικανοποιητικό βαθμό λειτουργικότητας και συνοχής, είναι de facto μεγαλύτερος από την όποια «αντιβία». Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες ότι αν οι υπάρχουσες μέθοδοι καταστολής αποτύχουν θα υπάρξει αναβάθμιση τους – κάτι που, άλλωστε, συντελείται ήδη. Ο κρατικός μηχανισμός δεν νικιέται στον δρόμο σε ένα στρατιωτικό επίπεδο, αν με αυτό εννοούμε μια επαρκής συντριβή των δυνάμεων καταστολής του κράτους. Ακόμα και μια επαναστατική διαδικασία, ειδικά σήμερα που η υλική υπεροπλία του κρατικού μηχανισμού είναι τεράστια, έχει ελπίδες ευόδωσης μόνο εφόσον οι βασικές κρατικές λειτουργίες (διακυβέρνηση, αστυνομία, στρατός) έχουν παραλύσει και/ή υποστεί βαθιά ρήγματα. Ειδικά όμως εφόσον δεν μιλάμε για ένα επαναστατικό συμβάν που θέτει ως περιεχόμενο του την καταστροφή του (υπάρχοντος) κρατικού μηχανισμού, αλλά για μορφές ταξικής πάλης τοπικής ή γενικευμένης διεκδίκησης και/ή εξεγερτικής έκρηξης, το κράτος «νικιέται» μόνο στο βαθμό που αναγκάζεται να μην εξαπολύσει όλες τις δυνάμεις του ή με την πρόκληση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης (της οποίας η συνέχιση κρίνεται επικίνδυνη) και/ή μιας παράλυσης που το εξωθεί σε αναδίπλωση, είτε μέσω παραχωρήσεων είτε μέσω αλλαγών στην εξουσιαστική δομή. Και εδώ φυσικά τίθεται το πλέον κεφαλαιώδες ζήτημα, δηλαδή το επίδικο που έχει μια σύγκρουση.
Ποιο είναι το σημείο αναφοράς της συζήτησης της οργανωτικής αναβάθμισης της τρέχουσας ταξικής πάλης και ειδικά των πορειών; Μια κουβέντα που έχει ως βασικό επίδικο την «κοινωνική επανάσταση» έχει επί της παρούσης ιδεολογικό χαρακτήρα, όχι διότι η επανάσταση είναι ουτοπία, αλλά διότι δεν βρισκόμαστε σε επαναστατική συγκυρία, καθόσον η συντριπτική πλειοψηφία των κατώτερων τάξεων ακόμα έχει ως όριο της μια λύση εντός της σχέσης κεφάλαιο. Αναμφίβολα, σε περιόδους κρίσης αυτό μπορεί να αλλάξει πολύ πιο γρήγορα από ότι κάποιος θεωρεί, (ο Λένιν λίγο πριν την επανάσταση του Φεβρουαρίου έλεγε ότι δεν θα προλάβει να δει την επανάσταση που έρχεται), αν και αμφιβάλλω ότι το ζήτημα μπορεί να αναχθεί στην ύπαρξη ή όχι μιας οργανωμένης πρωτοπορίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο προβληματισμός είναι άτοπος ˙ η επανάσταση αποτελεί τον ορίζοντα των όποιων συλλογικών διαδικασιών, στον δρόμο και πέρα από αυτόν, τουλάχιστον για όσους η χειραφέτηση από τον καπιταλισμό παραμένει ιστορικό διακύβευμα της εποχής μας. Η θεωρητική ψηλάφηση του περιεχομένου της επανάστασης στη βάση της ιστορικής περιόδου, η προσπάθεια γείωσης και εμβάθυνσης πρακτικών και λόγων που υποδεικνύουν (σ)την επαναστατική διαδικασία, είναι σημαντικές δραστηριότητες μιας ριζοσπαστικής συλλογικότητας. Άλλωστε, το επανα-στατικό συμβάν δεν έρχεται ως κυρίαρχη απόφαση μιας ενιαίας συνείδησης διάφανης στον εαυτό της και ως προς τις προθέσεις της, αλλά μάλλον ως ενδεχομενικό αποτέλεσμα ενός πλήθους συγκυριών, των οποίων μέρος είναι και το επίπεδο οργάνωσης των «από κάτω». Ουδόλως όμως αλλάζει το γεγονός ότι σήμερα το πρωτεύον επίδικο δεν μπορεί παρά να είναι η επιτυχής αντίσταση στην τρέχουσα αναδιάρθρωση, μια αντίσταση που προφανής της διάσταση είναι η παρεμπόδιση των μέτρων που είναι να ψηφιστούν. Αν λοιπόν επί της αρχής είναι σωστή η ρήση ότι ο καπιταλισμός «δεν διορθώνεται αλλά καταστρέφεται», η μετατροπή μιας θεωρητικής θέσης σε πολιτικό δόγμα, δεν λειτουργεί λιγότερο παραλυτικά από ότι η θέση περί ώριμων συνθηκών. Εξίσου προβληματικά, ένας τέτοιος μαξιμαλισμός λειτουργεί ως ανάχωμα σε μια γόνιμη συνάντηση μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών τμημάτων και της αντιστεκόμενης μάζας, η οποία αντιστέκεται ακριβώς επειδή θεωρεί ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Μόνο η πρακτική κατάρρευση της πεποίθησης για ουσιαστική βελτίωση της ζωής εντός της κρατούσας κατάστασης μπορεί να θέσει εμπράγματα το ζήτημα μιας ριζικής αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων, και συγκεκριμένα της κατάλυσης των ταξικών σχέσεων. Όχι ότι αυτό θα γίνει αυτόματα ή ότι ο λόγος περί (της δυνατότητας της) επανάστασης, άρα και της εμπράγματης παραγωγής ενός οράματος, δεν έχει μια κεφαλαιώδη λειτουργία να παίξει. Αλλά αυτός ο λόγος θα βρει ευήκοα ώτα μόνο στο πλαίσιο μιας κοινότητας αγώνα, εφόσον δηλαδή οι εκμεταλλευόμενες τάξεις μπορούν να δουν αυτόν που τον εκφέρει ως κάποιον που έχει παλέψει ή/και παλεύει μαζί τους στην βάση κάποιων στοιχειωδών κοινών συμφερόντων. Από πού προκύπτει άλλωστε ότι η παρεμπόδιση μέτρων που αναδιαρθρώνουν ριζικά προς το χειρότερο την κοινωνική αναπαραγωγή, η ανατροπή μιας καθόλα αντιδραστικής και αυταρχικής κυβέρνησης, η βελτίωση των όρων που οι όποιες ανταγωνιστικές προς το υπάρχον πρακτικές μπορούν να παραχθούν, η θετική επιρροή στα πολιτικοκοινωνικά τεκταινόμενα και διαδικασίες είναι δευτερεύοντα (πόσο μάλλον μικρά ή λίγα) για έναν επαναστάτη; Τι είναι χειρότερο για το σκοπό της επανάστασης ως υλικής κίνησης καταστροφής/μεταλλαγής του υπάρχοντος; Να μην «λερωθούν» τα χέρια των επανα-στατών με «ρεφορμισμό», ή να επικρατήσει η μοιρολατρική αντίληψη ότι τα «πράγματα δεν αλλάζουν» και η παραλυτική αίσθηση αδυναμίας προς τις ταγές τις εξουσίας; Και τι είναι τελικά ο επαναστάτης χωρίς την επανάσταση από ένας βασιλιάς χωρίς βασίλειο;
Το ζητούμενο εδώ είναι ότι μιλώντας για οργάνωση, πέρα από (αξιακά) ζητήματα μορφής, τίθεται και το ζήτημα για το ποιον ακριβώς λόγο κάποιος οργανώνεται. Και αυτό που υποστηρίζεται είναι ότι η οργανωτική αναβάθμιση των πορειών, αλλά και γενικά της ταξικής πάλης, μπορεί να έχει ως καταρχήν επίδικο μια ικανή αντίσταση που περιλαμβάνει εκ των πραγμάτων της παρεμπόδιση των μέτρων, την συνακόλουθη ανατροπή της κυβέρνησης και τελικά την δυνατότητα επιβολής μέτρων προσφιλών προς τις εκμεταλλευόμενες τάξεις και συναφών με «ένα νέο κόσμο και μια νέα γη». Ακόμα και η αντιμετώπιση του αναδυόμενου φασισμού μπορεί να επιτελεστεί μόνο εντός αυτής της γενικευμένης αντίστασης και όχι αποσπασματικά μέσω ενός θολού «αντιφασιστικού μετώπου». Επί τούτου, επιστρέφουμε στην αρχική διαπίστωση: όσο καλά και αν οργανωθούν οι επιμέρους πολιτικοποιημένες συλλογικότητες της Αναρχίας και της Αριστεράς, χωρίς την μαζική εμφάνιση του πλήθους όλα τα σχέδια θα είναι ασκήσεις επί χάρτου καταδικασμένα να ηττηθούν. Αυτή η διαπίστωση ξεπερνάει το ζήτημα των πορειών που έρχονται. Μπροστά στην ολομέτωπη επίθεση που συντελείται αυτήν την στιγμή από το κράτος, της οποίας καταρχήν στόχος είναι ο αναρχικός χώρος, σε άλλο επίπεδο οι προλετάριοι μετανάστες, και σε μικρότερη (αλλά αύξουσα) κλίμακα έντασης επιμέρους κοινωνικές ομάδες, θα είναι ιδιαίτερα ζημιογόνα η επικράτηση της αντίληψης ότι είτε αυτή η επίθεση δύναται να αντιμετωπιστεί αυτόνομα, ή ότι δεν αφορά άλλους πέρα από αυτούς που την υφίστανται. Προφανώς, δεν είναι δυνατόν να εναποτεθούν οι ελπίδες σε ένα αβέβαιο συμβάν «εισόδου του πλήθους» στην πολιτική σκηνή. Αλλά όπως καταδεικνύει ο αναβρασμός που (αρχίζει πάλι να) επικρατεί σε επιμέρους πεδία της ταξικής πάλης ή η εδραίωση προοπτικών (όπως μιας γενικής απεργίας διαρκείας) και προωθημένων αιτημάτων (όπως η αυτοδιαχείριση), στην τρέχουσα συγκυρία αυτή η είσοδος αποτελεί ρεαλιστικό ενδεχόμενο. Και είναι σαφέστατα σημαντικό διακύβευμα οι τρόποι παρέμβασης και μετοχής των πολιτικοποιημένων χώρων και συλλογικοτήτων σε αυτό το ρευστό πλαίσιο. 
Δεν γνωρίζω κατά πόσο μια επανάσταση μπορεί να ευοδωθεί χωρίς κάποια πολιτική πρωτοπορία˙ δεν υπάρχει όμως τίποτα πιο αναληθές από την άποψη ότι οι μάζες δεν μπορούν να οργανωθούν εντός του πλαισίου ενός αγώνα. Από την Κομμούνα μέχρι και την Ταχρίρ (σε διάφορες κλίμακες έντασης και έκτασης) είναι απόλυτα εξακριβωμένη ιστορικά η ικανότητα παραγωγής δομών αυτοοργάνωσης και μέτρων αναπαραγωγής που εδαφικοποιούν μια κοινότητα αγώνα, δίνοντας της τις απαραίτητες αναφορές, δημόσιους χώρους συνάντησης, υλικά σημεία συγκρότησης και τρόπους συνέχισης και επέκτασης. Αν υπάρχουν κάποια καθήκοντα στα προωθημένα πολιτικά κομμάτια είναι η εμβάθυνση και προώθηση τέτοιων δομών, η συνεισφορά στην δικτύωση τους, η προσπάθεια εμπέδωσης τους ως κύτταρα οργάνωσης του συλλογικού βίου πέρα από τα πλαίσια της συγκυρίας. Επίσης, παρόλο που μια εξέγερση δεν βούλεται, είναι δυνατή η προσπάθεια όξυνσης της υπάρχουσας κατάστασης (η οποία είναι εξεγερσιακή) μέσω ανάληψης πρωτοβουλιών αλλά και επίδειξης ικανών αντανακλαστικών σε καίριες στιγμές. Αυτό αφορά τόσο την προαναφερθείσα δημιουργία κλίματος όσο και την ανάληψη πρωτοβουλιών που έπονται ενός (οιονεί) εξεγερσιακού συμβάντος: η συνεπής προπαγάνδα και παρουσία, η κατάληψη χώρων από (δημόσια) κτίρια μέχρι κέντρα αναμετάδοσης, μπλοκαρίσματα, το κάλεσμα στον δρόμο˙ όλα αυτά μπορούν να συνεισφέρουν στην συνέχιση και εμβάθυνση ενός αγώνα. Δεν τίθεται θέμα εδώ απόλυτης υποταγής σε ένα κοινό σκοπό, ειδικά με όρους προγραμματικής συμφωνίας σε πολιτικό επίπεδο. Ο ίδιος ο όρος μάζα ή πλήθος, αντί ειδικά αυτού του «λαού», χρησιμοποιείται για να καταδείξει τις αντιφάσεις/αντιθέσεις που υπάρχουν εντός των αγωνιζόμενων υποκειμένων, οι οποίες οφείλονται εν πολλοίς στη ταξική σύνθεση και που παράγουν διάφορες αποκλίσεις. Αυτό δεδομένα υφίσταται και στις πολιτικές τάσεις που υπάρχουν και εμπλέκονται, κάποιες από τις οποίες πιέζουν πέρα από τα όποια ηγεμονικά αιτήματα. Δεν ισχυρίζεται κανείς επίσης ότι μέσα σε έναν κόσμο που σείεται όλο και περισσότερο υπάρχει μια «άμεση έξοδος» από την κρίση δια μέσου μιας «χρηστής» διαχείρισης, η οποία συνεπώς πρέπει να γίνει ανεκτή. Αλίμονο άλλωστε αν η ταξική πάλη τέλειωνε με μια πρόσκαιρη νίκη. Όμως, η λογική «όλα ή τίποτα», η δογματική προσκόλληση σε έναν ρητό σκοπό ως απόλυτο διακύβευμα, μπορεί να αποτελέσει εν τη παρούσα στιγμή παράγοντα μιας ήττας που θα καθορίσει τον κοινωνικό ανταγωνισμό για τα επόμενα χρόνια. Μπορεί, όπως λέει και το τσιτάτο, οι αγώνες να είναι κύκλος που δεν έχει τέλος, υπάρχουν εντούτοις περίοδοι ύφεσης όπου η υποταγή εμπεδώνεται και εδραιώνεται σε σημαντικό βαθμό. Συνεπώς, όπως σημειώθηκε, η βελτίωση των όρων διεξαγωγής της ταξικής πάλης, η δυνατότητα παρέμβασης και υλοποίησης μέτρων και μορφών που αφενός βελτιώνουν ουσιαστικά τους όρους αναπαραγωγής του βίου των προλεταριακών και προλεταριοποιούμενων κοινωνικών στρωμάτων και αφετέρου κινούνται προς ένα άλλο παράδειγμα συλλογικής οργάνωσης, είναι ουσιώδους σημασίας ακόμα και για συλλογικότητες που οριοθετούν την δραστηριότητα τους στην βάση του προτάγματος για επανάσταση. Τουλάχιστον στον βαθμό που αναγνωρίζεται μια ενδεχομενικότητα στο σήμερα, άρα και η πιθανότητα στιγμών και συμβάντων που καθορίζουν την φυσιογνωμία του μέλλοντος. Επιπροσθέτως, η πιθανότητα ότι μπορεί μια κοινωνική έκρηξη να συνεχιστεί στο διηνεκές ή για ένα μεγάλο διάστημα χωρίς κάποιο άμεσο ενοποιητικό στόχο είναι αδύνατη, ή τέλος πάντων θα προϋπέθετε ένα βαθμό κοινωνικής κατάρρευσης που δεν υφίσταται αυτήν την στιγμή. Λίγα πράγματα όμως θα ήταν πιο αντιπαραγωγικά από την μη συμμετοχή στους αγώνες του σήμερα εν αναμονή της στιγμής που μια τέτοια κατάρρευση, για κάποιο μυστήριο λόγο ή στη βάση μιας υποτιθέμενης ιστορικής ανάγκης, θα επαναστατικοποιήσει τις μάζες ή πιο συγκεκριμένα το προλεταριάτο ως κατεξοχήν φορέα της επανάστασης.
Δεν υπάρχει τίποτα ευκολότερο από την παρουσίαση θεωρητικών σχημάτων ως εχέγγυα νίκης. Τέτοια εχέγγυα δεν υπάρχουν. Το κλισέ περί χαμένων αγώνων που δεν δίνονται, είναι ορθό και από την άποψη ότι η νίκη ποτέ δεν είναι βέβαιη, καθώς η μάχη υπονοεί και το ενδεχόμενο ήττας. Τώρα, όπως και άλλοτε, αναδύονται σιγά-σιγά διάφορα διλήμματα τα οποία δεν έχουν πάντα ξεκάθαρες λύσεις. Και η ιστορία όσο σημαντική και να είναι, λίγες συνταγές προσφέρει. Ποιος εν τέλει ξέρει που οδηγεί μια επιλογή, εφόσον ακόμα και η αναγκαιότητα μπορεί να συλληφθεί μόνο μετά την πάροδο ενός συμβάντος και όχι κατά την παραγωγή του; Όσο γειωμένη και να είναι μια επιλεχθείσα κατεύθυνση, απόλυτες βεβαιότητες δεν υφίστανται. Αλλά σίγουρα αδιέξοδη είναι η περιχαράκωση μέσα σε τέτοιες βεβαιότητες, στα ειωθότα που εμποδίζουν το ρίσκο του να ριχτείς στον κόσμο. Επί του πρακτέου, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη τον τρόπο που το κράτος επιτίθεται σε κάθε μορφή αντίστασης και την μεταλλαγή της πολιτειακής μορφής σε ένα καθεστώς μόνιμης εξαίρεσης, οι προσπάθειες αυτοοργάνωσης από «τα κάτω» δεν μπορεί παρά να συνοδεύονται και από προσπάθεια βελτίωσης των όρων επέκτασης τους. Μπορεί φυσικά να αποδειχθεί ότι αυτήν την στιγμή η ήττα έχει επέλθει, τουλάχιστον για το εγγύς διάστημα. Αν αυτό ισχύει θα πρέπει να διασχιστεί όλο το μονοπάτι που διανοίγεται μπροστά μας. Αλλά πέρα από ρητορείες περί καταπιεσμένων που κάποια στιγμή θα δικαιωθούν –οι οποίες στον βαθμό που συντηρούν την οργή για το υπάρχον έχουν την αξία τους– καλό είναι να υπάρχει και μια αναγνώριση των ορίων του τρέχοντος κύκλου αγώνων, όρια που εμπεριέχουν και όλα αυτά που δεν κάναμε.

«Η πραγματικότητα είναι ότι η επανάσταση θα είναι εκείνη που θα μπορέσει να υπάρξει, και είναι δικό μας καθήκον να επισπεύσουμε όσο περισσότερο την έλευση της, όπως και να αγωνιστούμε για να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ριζοσπαστική».
 - Ε. Μαλατέστα, «Και πάλι για την Επανάσταση στην Πράξη»

ΑΠόΚΛΙΣΗ [1]: Συζήτηση για το νόημα των «κοινών»


Έχει νόημα, σήμερα μέσα στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, να λέμε ότι «η υγεία δεν είναι εμπόρευμα», «το νερό δεν είναι εμπόρευμα» κ.λπ.; Για το κεφάλαιο, που αυτοσκοπός του είναι η αυτοαξιοποίηση –η παραγωγή υπεραξίας και η συσσώρευση–, εξ ορισμού, η υγεία και το νερό είναι εμπορεύματα, άσχετα αν σε κάποιες χώρες τα διαχειρίζεται ακόμη το κράτος. Τα εμπορεύματα, όπως και το κεφάλαιο, δεν είναι μόνο πράγματα, είναι και κοινωνική σχέση, πυρήνας της οποίας είναι η εκμετάλλευση. Αν και η σχέση αυτή συγκαλύπτεται στη σφαίρα της ανταλλαγής, όπου όλες/οι εμφανίζονται ίσοι ως προς τo δικαίωμα πώλησης του εμπορεύματός τους, στη σφαίρα της παραγωγής αποκαλύπτεται ότι δεν υπάρχει ούτε «ισότητα» ούτε ελευθερία. Το καίριο ερώτημα είναι, λοιπόν, το εξής: Πώς μπορούν να περισωθούν τα «κοινά» χωρίς την καταστροφή του κεφαλαίου, πόλο του οποίου αποτελεί και το προλεταριάτο; Μπορεί να υπάρξει εκ προοιμίου ένα «υποκείμενο» το οποίο «θέλει» να «βγει» από τη σχέση εκμετάλλευσης; Πώς είναι δυνατόν να συγκροτηθεί το υποκείμενο πριν την επαναστατική δραστηριότητα που καταστρέφει το κεφάλαιο και καταργεί όλες τις κατηγορίες του (εργασία, ιδιοκτησία, ανταλλαγή, αξία, παραγωγή, τάξεις, κράτος), και όλους τους διαχωρισμούς; Πώς μπορεί σήμερα να διαχωριστεί η συγκρότηση του υποκειμένου από την δραστηριότητα παραγωγής του κομμουνισμού;.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 9 ΜΑΡΤΙΟΥ, 8.30
ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ, ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ 95-97 & ΙΣΑΥΡΩΝ

Η ανάδυση του (μη-)υποκειμένου

blaumachen και φίλοι

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ την Ευρώπη: το φάντασμα του “κουκουλοφορισμού”. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα: Ο βρετανός πρωθυπουργός David Cameron και η Γ.Γ. Αλέκα Παπαρήγα, ο ιταλός υπ.εσ. Roberto Maroni, o Άδωνις και ο Τάκης Φωτόπουλος, ιταλοί COBAS και γερμανοί αστυνομικοί.
Από το rioter.info

Η Κυριακή 12 Φλεβάρη ήταν μία από εκείνες τις ιστορικές στιγμές που οι αντιφάσεις μιας καπιταλιστικής κοινωνίας συναντιούνται στο χρόνο και στο χώρο, ξεσπούν εκρηκτικά και παράγεται μια νέα πραγματικότητα. Η ταξική πάλη ανανεώνει δηλαδή τη δυναμική της και η νέα δυναμική αποτελεί επίσης το νέο εγγενές όριο που πρέπει να ξεπεράσει. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αυτό καθ’ αυτό το γεγονός (κανένα γεγονός μόνο του δεν έχει καθοριστική σημασία από τη σκοπιά της επανάστασης) αλλά η ένταξη του μέσα στην ιστορική διαδικασία ανάδυσης του (μη-)υποκειμένου που παράγεται στην τρέχουσα συγκυρία.
Η Κυριακή αυτή ήταν αναμενόμενη από όλους, αντίθετα από το Δεκέμβρη του 2008. Τους τελευταίους μήνες σε όλη την Ευρώπη περίμεναν πλέον την έκρηξη που αντιστοιχούσε στην Ελλάδα. Την αντιμετώπιζαν όλοι σαν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου και μετά από πολλές πολιτικές μανούβρες την ανακοίνωσαν τα ΜΜΕ για Κυριακή 12 Φλεβάρη (η ειρωνεία της ιστορίας λειτούργησε στην εντέλεια), και της έδωσαν τον τίτλο «ψήφιση μνημονίου 2». Κανείς δεν έκανε κάτι για να σταματήσει την άφιξη της, κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι, όσο κι αν κάποιοι θα το ήθελαν όπως δείχνει το κείμενο ενός νέου «άσπονδου φίλου» των «Γαβριάδων»[1]. Η έκρηξη αυτή είχε τα χαρακτηριστικά της μεταβατικής εποχής που βρισκόμαστε, της «εποχής των ταραχών», και το περιεχόμενο της ήταν αποτέλεσμα του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκεται η διάρθρωση του κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο σήμερα και ταυτόχρονα ενέτεινε το αδιέξοδο αυτό (συμπυκνωμένη έκφραση της οξύτητας του αδιεξόδου αποτελεί η Ελλάδα).
Κάθε σημαντικό γεγονός της ταξικής πάλης είναι εμβαπτισμένο μέσα στο σύνολο των ιστορικά καθορισμένων αντιφάσεων του παρόντος μιας καπιταλιστικής κοινωνίας και εμφανίζεται πάντοτε με μια ειδική μορφή, φετιχοποιημένο, πολλαπλά διαμεσολαβημένο[2]. Στην παρούσα στιγμή στην Ελλάδα, σε μεγάλο βαθμό λόγω της πολύ σημαντικής πρόσφατης πολιτικής ιστορίας της, η σύγκρουση εμφανίζεται σε όλα τα επίπεδα ως πολιτική σύγκρουση (σε πλήρη αντίθεση για παράδειγμα με τον Αύγουστο 2011 του Λονδίνου, καθώς η εποχή των ταραχών δεν μπορεί παρά να είναι η εξειδίκευση των τοπικών (ιστορικών) ιδιαιτεροτήτων κάθε κοινωνικού σχηματισμού). Η ανακοίνωση της επερχόμενης έκρηξης (ή της πρώτης από μια «αλυσίδα» εκρήξεων) από το Κράτος ήταν μια πολιτική ανακοίνωση και κατ’ αυτήν την έννοια αποτελούσε ταυτόχρονα την ενσωμάτωση της, ως αναγκαίας έκρηξης, στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πρόκειται για μια ενσωμάτωση πειθάρχησης, κατασταλτική, μια ενσωμάτωση που γίνεται μέσα στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για μια ενσωμάτωση «διά του αποκλεισμού». Το Κράτος στη συνέχεια, μετά το τέλος των γεγονότων και την επιστροφή στην κανονικότητα, μετά τη νίκη του, υποχρεώνεται να παραστήσει ότι ορισμένες πρακτικές των «κουκουλοφόρων» είναι εγκληματικές, ώστε να μπορέσει προσωρινά να διαχειριστεί τον αναπόφευκτο αντίκτυπο των γεγονότων. Ο λόγος του Κράτους είναι ολοκληρωτικός, απαγορεύει κάθε άλλη άποψη: Κανείς δεν μπορεί να (πει ότι) είναι με τους «κουκουλοφόρους», πόσο μάλλον ότι είναι μία ή ένας από αυτούς και να διεκδικήσει την άρθρωση λόγου στη δημόσια σφαίρα σχετικά με τις πράξεις της Κυριακής.
Δε θα μπορούσε να λείπει από την «αντίσταση ενάντια στο μνημόνιο», όπως χαϊδευτικά ονομάστηκε η όλη κατάσταση, και η εμφάνιση του σημερινού ορίου του συνδικαλισμού. Η 48ωρη γενική απεργία ήταν πράγματι μεγαλειώδης καθώς ανέδειξε σε όλο του το μεγαλείο τον οριστικό θάνατο του εργατικού κινήματος: Κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί της, ούτε αυτοί που νέμονται μερίδιο υπεραξίας (αληθινής υπεραξίας, καπιταλιστικού κέρδους), μέσα από τη μπίζνα τους που έχει ως πάρεργο (επίσημα αναγνωρισμένο μέχρι στιγμής) την κήρυξη πού και πού γενικών απεργιών. Παρότι οι συνδικαλιστές των τριτοβάθμιων σωματείων είναι ακόμα οι μόνοι κοινωνικά νομιμοποιημένοι να προκηρύσσουν γενικές απεργίες, είναι άφαντοι, ανύπαρκτοι, καθώς έχουν ενημερωθεί έγκαιρα ότι ο συνδικαλισμός αποτελεί παρελθόν και ψάχνουν για άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα (ίσως μια καλή, αν και υψηλού ρίσκου, ευκαιρία επένδυσης να είναι η ασφάλιση των διαδηλώσεων, τώρα που οι διοργανωτές θα πρέπει να πληρώνουν το κόστος των καταστροφών που θα προκαλούνται). Το γεγονός ότι το εργατικό κίνημα δεν μπορεί πλέον να συμπεριληφθεί στις μορφές και τις πρακτικές μιας σύγκρουσης στην οποία διακυβευόταν η ίδια η ύπαρξη βασικού μισθού, αποτελεί ένδειξη για το σε ποιο βαθμό έχει πλέον τεθεί εκτός αναπαραγωγής του κεφαλαίου η μισθολογική διεκδίκηση. Ταυτόχρονα αυτή η μη επισήμως εργατική μορφή του προλεταριακού κινήματος αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την συνάντηση του αδιεξόδου της διεκδίκησης με την επερχόμενη διαδικασία κατάργησης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πρόκειται για συνάντηση ρήξης, για ιστορική παραγωγική διαδικασία.
Η Κυριακή ήταν πολύ μαζική, και η σύνθεση των «κουκουλοφόρων», όπως και ολόκληρου του διαμαρτυρόμενου πλήθους, διαταξική. Το γεγονός αυτό εκφράστηκε στη μαζικότατη συμμετοχή στις συγκρούσεις με την αστυνομία και στην σχεδόν πάνδημη αποδοχή τους. Κανείς μα κανείς (ούτε το συνδικαλιστικό τους όργανο) δεν βρέθηκε εκείνο το απόγευμα στην πλατεία να υπερασπιστεί τους αστυνομικούς για το ρόλο τους. Δεν βρέθηκαν αυτή τη φορά «ειρηνοποιοί» του κινήματος, όπως το προηγούμενο καλοκαίρι, ο μόνος που τους υποστήριξε ήταν ο εκπρόσωπος του κόμματος της Τάξης, ο επίδοξος πρωθυπουργός. Η αστυνομία στη γενική της έκφραση είναι πάντα η καπιταλιστική τάξη σε θέση μάχης απέναντι στο προλεταριάτο. Ειδικά στην παρούσα συγκυρία όμως, αποτελεί την υλική έκφραση μιας συγκεκριμένης στρατηγικής του κεφαλαίου μέσα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό: Για να επιβληθεί η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης πρέπει το ελληνικό κράτος να χάσει την αυτονομία του, να ενσωματωθεί οργανικά πλέον σε έναν ευρύτερο συνασπισμό και να αναγνωριστεί επίσημα η χαμηλή του θέση στην εσωτερική ιεραρχία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς και τη μοίρα των μικροαστικών στρωμάτων. Η επίθεση στην αστυνομία αποτελεί φυσικά αναγκαίο βήμα ρήξης για το ξεπέρασμα των ορίων των πρακτικών «διαλόγου» με το Κράτος για τη διαπραγμάτευση της τιμής της εργασιακής δύναμης ή για οποιοδήποτε άλλο «δικαίωμα». Μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία όμως μπορεί να εκφράζει μεταξύ όλων των άλλων και την εσωτερική σύγκρουση μικροαστικών στρωμάτων με το Κράτος που τους ισοπεδώνει. Όπως ξεκάθαρα μας έδειξε η Αίγυπτος του 2011, η επίθεση στις κατασταλτικές δυνάμεις του κράτους δε σημαίνει απευθείας και αμφισβήτηση της πιο σημαντικής καπιταλιστικής κοινότητας, του έθνους[3], ούτε βέβαια και του αληθινού θεού, του χρήματος, και της ιδιοκτησίας. Γι’ αυτό πολλοί πρώην ή νεότευκτοι «αγανακτισμένοι» συμμετείχαν στις συγκρούσεις και σε πολλές περιπτώσεις η πρακτική της σύγκρουσης συνοδευόταν από το σεβασμό «στις περιουσίες των ανθρώπων» και από βρισιές στους «προδότες γερμανοτσολιάδες ή τούρκους» αστυνομικούς, οι οποίοι «θα έπρεπε να είναι μαζί μας και όχι εναντίον μας». Η Κυριακή αυτή, ακόμη και στα θέατρα των συγκρούσεων, και ειδικά λόγω της πρωτοφανούς μαζικότητας τους, δε θα μπορούσε παρά να έχει το έντονο «εθνικό» και «λαϊκό» στοιχείο που έχει αναγκαστικά παραχθεί σε όλη αυτήν την περίοδο του «αντιμνημονιακού αγώνα».
Πέρα όμως από τη διαταξική συμμετοχή που ήταν απαραίτητη για τη μαζική σύγκρουση με την αστυνομία και τη στήριξη αυτής της σύγκρουσης, σημαντικό στοιχείο της Κυριακής με το οποίο το Κράτος και όλοι οι υπερασπιστές του Πολιτισμού λύσσαξαν, ήταν η λεηλασία και στη συνέχεια η πυρπόληση των καταστημάτων και των άλλων κτιρίων. Η πρακτική αυτή που εμφανίστηκε σε μαζική κλίμακα το Δεκέμβρη του 2008 επανήλθε μετά την οπισθοχώρηση που επέβαλε το συμβάν Μαρφίν το Μάιο του 2010, καθώς η ταξική πάλη είναι μια αλυσιδωτή αντίδραση, η ίδια αποτελεί δυναμική του εαυτού της. Οι πυρπολήσεις των κτιρίων ήταν επίσης αποτέλεσμα της ειδικής πολιτικής μορφής που δεσπόζει στην ταξική πάλη στην Ελλάδα. Από τη μία πλευρά η αστυνομία έπρεπε να διαφυλάξει επιθετικά το κοινοβούλιο και να ωθήσει τον κόσμο στους γύρω δρόμους, και από την άλλη το βάρος της πολιτικής ιστορίας δεν επιτρέπει στο ελληνικό κράτος να ανεβάσει ακόμη περισσότερο το επίπεδο της καταστολής και να πάρει απροκάλυπτα δικτατορική μορφή (tanks for the banks) ακόμη και τώρα, που η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι τόσο σοβαρή. Σε ολόκληρη την περίοδο του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού (στην Ελλάδα ξεκινάει περίπου το 1996) η μετατροπή της αστυνομίας σε στρατό κατοχής στο αστικό περιβάλλον είναι το στοιχείο που έχει επιτρέψει στο αστικό κράτος να παραμένει δημοκρατικό ενώ καταστέλλει σκληρά τα δρώντα κομμάτια του προλεταριάτου. Μέσα στη δεκαετία του 2000 τα παραδοσιακά μπάχαλα άρχισαν να μην είναι πλέον εφικτά, στο βαθμό που η αστυνομία στρατιωτικά δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τις δυναμικές μειοψηφίες που χρησιμοποιούσαν τα μέσα του δρόμου. Έτσι στο φοιτητικό κίνημα του 2006-07, όταν η αστυνομία απωθούσε τους φοιτητές, η οργή του νεανικού επισφαλούς προλεταριάτου εκφράστηκε ενάντια σε κτίρια της Αθήνας, και το 2008 κάθε ιδιοκτήτης επιχείρησης συνειδητοποίησε ότι πρέπει να αυξήσει τα έξοδα για την ασφάλεια της περιουσίας του από τις επιδρομές των επικίνδυνων τάξεων. Στην αρχή της περιόδου των μνημονίων η συνάντηση των πρακτικών αυτών με την τελευταία έκλαμψη μιας μορφής συνδικαλιστικού κινήματος είχε ως αποτέλεσμα τη Μαρφίν. Η κοινωνική βία περιθωριοποιήθηκε και καταστάλθηκε από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς για διάστημα περίπου ενός έτους. Στο διαταξικό κίνημα των πλατειών όμως, τέθηκε εκ νέου το ζήτημα της βίας ως κεντρική εσωτερική αντίφαση του κινήματος, καθώς ο νέος γύρος των μέτρων ήταν ακόμη σκληρότερος και οι «πρακτικές των ταραχών» περικύκλωναν τις πλατείες, με αποκορύφωμα τις 28-29 Ιουνίου 2011. Γινόταν από τότε ορατό ότι ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού έτειναν να εμπλακούν στις συγκρούσεις με την αστυνομία.
Το κομμάτι του προλεταριάτου που πυρπολεί και λεηλατεί αποτελεί παραγωγή της περιόδου του νεοφιλελευθερισμού, ειδικά του τελευταίου διαστήματος που οδήγησε στην κρίση. Όλοι αυτοί που το Νοέμβρη του 2005 μιλούσαν για γεγονότα που αφορούν το κοινωνικό περιθώριο στη Γαλλία, το Μάρτη του 2006 για «αλήτες που επιτίθενται στις φοιτητικές πορείες», το Δεκέμβρη του 2008 για «μητροπολιτική εξέγερση από αυτές που συμβαίνουν κάθε τόσο αλλά σβήνουν σαν πυροτεχνήματα και σημασία έχει τι κάνει το εργατικό κίνημα», όλοι αυτοί άρχισαν να ζορίζονται όταν τον Αύγουστο του 2011 εξερράγη το Λονδίνο. Το κομμάτι αυτό του προλεταριάτου δεν μπορεί να σταματήσει εκ των έσω την παραγωγική διαδικασία (τουλάχιστον όχι ακόμη), συνεπώς δρα στο επίπεδο της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών. Το αναδυόμενο (μη-)υποκείμενο είναι ταυτόχρονα υποκείμενο και μη-υποκείμενο, λόγω της ιστορικά καθορισμένης σχέσης ανάμεσα στην ενσωμάτωση και τον αποκλεισμό από την διαδικασία παραγωγής αξίας. Το ζήτημα δεν είναι αν παράγεται με ποσοτικούς όρους αύξηση του λούμπεν προλεταριάτου, αλλά το ότι παράγεται αύξηση της λουμπενοποίησης του προλεταριάτου – μιας λουμπενοποίησης που όμως δεν εμφανίζεται σαν εξωτερικότητα σε σχέση με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας αλλά σαν καθοριστικό στοιχείο του ορισμού του. Η επισφάλεια, το «μέσα-έξω», παράγουν ένα (μη-)υποκείμενο (μη) αποκλεισμένων, αφού η ενσωμάτωση τείνει ολοένα περισσότερο να γίνεται διά του αποκλεισμού, ιδίως για τους νέους. Πρόκειται για μια δυναμική, μια κίνηση που ανανεώνεται συνεχώς. Δεν αναφερόμαστε μόνο στο ριζικό αποκλεισμό από τη μισθωτή σχέση, κυρίως αναφερόμαστε στον αποκλεισμό από ότι θεωρείται «κανονική» εργασία, «κανονικός» μισθός, «κανονική» επιβίωση. Σε ένα περιβάλλον παραγωγής πλεονάζοντος πληθυσμού και βίαιης επίθεσης στην ιστορικά προσδιορισμένη αξία της εργασιακής δύναμης, το πολυαναμενόμενο «υποκείμενο» χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του. Δεν υπάρχει «υποκείμενο» χωρίς να έχει δοθεί διαχωρισμένα η «αντικειμενικότητα» που του επιτρέπει να διάγει βίο υποκειμένου. Μέσα στην κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού χάνεται το έδαφος (η αγκύρωση στη μισθωτή σχέση) και ταυτόχρονα το οξυγόνο (η δυνατότητα διεκδίκησης βελτίωσης των όρων ζωής). Το αναδυόμενο (μη-)υποκείμενο είναι ταυτόχρονα το απόλυτο υποκείμενο δίχως αντικειμενικότητα και η απόλυτη συμπύκνωση της αντικειμενικότητας με τη μορφή της διάλυσής της. Αυτοί που έχουν ήδη εγκλωβιστεί στο συνεχές επισφάλεια / αποκλεισμός διεμβολίζουν το κίνημα το οποίο τείνει ακόμα να επικαλείται μια “κανονική” εργασία και έναν “κανονικό” μισθό, και το κίνημα αυτό διεμβολίζεται αποτελεσματικά από το (μη-)υποκείμενο επειδή έχει ήδη διεμβολιστεί και διεμβολίζεται από τον συνεχή βομβαρδισμό της “κανονικής” εργασίας και του “κανονικού” μισθού από το κεφάλαιο. Όλη αυτή η κατάσταση παράγει τις καταστροφικές πρακτικές ως απόκλιση στο εσωτερικό της κίνησης του προλεταριάτου και πιέζει το κεφάλαιο να εντείνει την κατασταλτική διάσταση της αναπαραγωγής του ως σχέσης και να αυξήσει ακόμη περισσότερο και πιο βίαια το ποσοστό εκμετάλλευσης.
Με τις πρακτικές της Κυριακής (τις πρακτικές των ταραχών) τα συγκεκριμένα κομμάτια του προλεταριάτου συμμετέχουν στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά ως παράγοντας επιδείνωσης της κρίσης. Ο ρόλος του (μη-)υποκειμένου γίνεται σημαντικός γιατί η επανάσταση που παράγεται σ’ αυτόν τον κύκλο αγώνων είναι η κατάργηση όλων των διαμεσολαβήσεων της αξίας, δηλαδή όλων των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων και όχι η ανάληψη της εξουσίας από τους εργαζόμενους. Ο ορίζοντας της επανάστασης (αυτής της περιόδου) δεν είναι ένα έτοιμο πρόγραμμα που περιμένει απλώς την προσέλευση εκείνου του «υποκειμένου» που θα πρέπει αναπόφευκτα να υποδυθεί τον κεντρικό ρόλο. Οι παραγωγικοί εργαζόμενοι δεν παράγονται σ’ αυτόν τον κύκλο αγώνων ως ένα διαχωρισμένο υποκείμενο της επανάστασης που θα καθοδηγήσει τη διαδικασία μετατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας σε «κοινωνία εργασίας». Στο μέλλον οι καταστροφικές πρακτικές που αναδύονται σήμερα θα βρουν το όριο τους στην ίδια την αναπαραγωγή τους και δε θα μπορούν να αφορούν μόνο την καταστροφή σταθερού κεφαλαίου ως «ζημιά» ή ως προσωρινό σαμποτάζ. Για τη συνέχιση της ζωής μέσα στον αγώνα οι πρακτικές θα μετασχηματιστούν και θα αναγκαστούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξη των μέσων παραγωγής ως μέσων παραγωγής αξίας. Η αμφισβήτηση αυτή δε θα είναι μια μονολιθική διαδικασία προς κάποια «νίκη», αλλά θα φέρει μέσα της τις όλες εκείνες τις συγκρούσεις που θα παράγουν, ως ρήξεις, την κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα στην παραγωγή και την αναπαραγωγή, δηλαδή την κατάργησης της αξίας και μαζί την κατάργηση όλων των κοινωνικών σχέσεων του κεφαλαίου. Προς το παρόν, μέσα στην κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού το (μη-)υποκείμενο γίνεται πλέον δρώσα δύναμη, εμφανίζεται συνεχώς και οι πρακτικές του τείνουν να συνυπάρχουν «ανταγωνιστικά» με τις πρακτικές διεκδίκησης, αλλά και οι πρακτικές διεκδίκησης τείνουν να «μιμούνται» τις πρακτικές των ταραχών που αναγκαστικά τις μαγνητίζουν καθώς έχει καταργηθεί ο «κοινωνικός διάλογος».
Τον Σεπτέμβριο του 2011 γράφαμε σχετικά με την τότε συγκυρία: «Το σημαντικό στις μελλοντικές εξελίξεις, ως κρίση και ένταση της ταξικής πάλης, είναι η εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στις πρακτικές τύπου Αγγλίας [Αυγούστου 2011] και στις πρακτικές των «αγανακτισμένων». Η σχέση αυτή αποκτά βαρύνουσα σημασία λόγω της ρευστότητας ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο δομούμενα υποκείμενα (η ανεργία έχει μπει στο κέντρο της μισθωτής σχέσης). Η σχηματοποίηση του νέου ορίου (η αστυνομία, το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός) οδηγεί σε μια νέα μορφοποίηση που επιχειρούμε να προσεγγίσουμε με τον όρο «ταραχές». Οι «ταραχές» περικυκλώνουν τα κινήματα των «αγανακτισμένων», τα διεμβολίζουν και τελικά διεισδύουν σ’ αυτά και παράγουν αποκλίσεις ανάμεσα σε πρακτικές των κινημάτων αυτών (μια πρώτη έκφανση αυτού του γεγονότος αποτελεί το διήμερο 28-29 Ιουνίου στην Ελλάδα). Η διαλεκτική της απόκλισης δουλεύει πυρετωδώς…». Η Κυριακή συνιστά υπέρβαση κατά το ότι πλέον οι πρακτικές έχουν συναντηθεί, έχουν έρθει αντιμέτωπες εν δράσει. Η συνάντηση των πρακτικών είναι αποτέλεσμα της δυναμικής που παράγει την αμοιβαία διείσδυση ανάμεσα στους «αγανακτισμένους» τους «προλεταριοποιούμενους μικροαστούς», τους δημόσιους υπαλλήλους, τους νέους, τους επισφαλείς/ανέργους. Η διαλεκτική κίνηση των πρακτικών ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Όμως αυτή η διαλεκτική δε θα εξελιχθεί μέσα σε κενό αέρος, είναι εμβαπτισμένη και αυτή στη συνολική δυναμική της ταξικής πάλης: «Τα τετρακόσια ευρώ αμοιβή δεν έχουν καμιά σχέση ούτε με τις περικοπές στο κέρδος των φαρμακείων, ούτε με τις περικοπές των επιδομάτων των ΔΕΚΟ ή των τραπεζών, ούτε με τις περικοπές των επικουρικών, ούτε με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, ούτε με τίποτα από όλα εκείνα που οδηγούν συνδικαλιστές και εργαζόμενους σε καταλήψεις, διαδηλώσεις και απεργίες διαρκείας. Όταν οι παραπάνω λοιπόν φτάνουν σε τέτοια όρια όπως ισχυρίζονται, τότε τι ακριβώς θα κάνουν αυτοί που αποδεδειγμένα δεν έχουν καμιά ελπίδα επιβίωσης; Τα παιδιά των υποβαθμισμένων γειτονιών που τριγυρνούν στους αθλητικούς συνδέσμους των αφορολόγητων εφοπλιστών μισούν το κέντρο της Αθήνας και τα όμορφα φώτα του. Οι νέοι άνεργοι της πρωτεύουσας είναι απελπισμένοι και έτοιμοι να μην ανεχτούν πάνω τους τη λέπρα του κοινωνικού περιθωρίου. Τους μιλάμε για αλληλεγγύη. Τρίχες. Κανείς δεν θυσιάζει ούτε το ελάχιστο […] για να πάρουν μερικά ευρώ παραπάνω οι εικοσάρηδες της Ελλάδας».[4] Οι πρακτικές ανήκουν σε δομούμενα από την ίδια την ταξική πάλη υποκείμενα. Μέσα στη συγκυρία κάθε κρίσης όπου το πραγματοποιούμενο κέρδος δεν αρκεί για να εμφυσήσει πνοή ζωής σε όλη την τεράστια μάζα της αποκρυσταλλωμένης εργασίας του παρελθόντος, το προλεταριάτο, μέσα στη διαδικασία συμπίεσης του, κατακερματίζεται ακόμη περισσότερο. Μέσα όμως στην τρέχουσα συγκυρία στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται η αποβολή της διεκδίκησης από την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, δυναμική που αποτελούσε συστατικό στοιχείο όλης της προηγούμενης περιόδου, η δυναμική της κρίσης μετατρέπεται πλέον σε δυναμική κρίσης της ίδιας της μισθωτής σχέσης. Καθώς εφαρμόζεται η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης και η μαύρη εργασία γίνεται τάση που καθοδηγεί την τυφλή δύναμη του κεφαλαίου, δεν φαίνεται καθόλου εύκολο για το κεφάλαιο να διαχειριστεί τον αναγκαίο για την αναπαραγωγή του ποιοτικό διαχωρισμό ανάμεσα στα «ενσωματώσιμα» στρώματα του προλεταριάτου και τον πλεονάζοντα πληθυσμό. Ο διαχωρισμός αυτός, η κατανομή της εργασιακής δύναμης είναι μεν δομικό στοιχείο κάθε περιόδου του κεφαλαίου, τα κρίσιμα όμως στοιχεία τώρα είναι αφενός το ότι το αποβαλλόμενο κομμάτι τείνει να μεγεθύνεται και προεικονίζεται μια κατάσταση στην οποία θα αποτελεί σημαντικό μέρος του πληθυσμού, και αφετέρου το ότι η διάκριση μεταξύ ενσωμάτωσης και μη είναι πια απολύτως ενδεχομενική.
Κάθε πρόβλεψη είναι επικίνδυνη καθώς η συμπύκνωση του ιστορικού χρόνου εμπεριέχει το στοιχείο του απρόβλεπτου και της δημιουργίας πολλαπλών ρήξεων. Η ιστορικής σημασίας μεταβολή στο «εθνικό ζήτημα» που τίθεται επί τάπητος ως αναγκαία για την αναπαραγωγή της τρέχουσας διάρθρωσης του κεφαλαίου εγγράφει στη συγκυρία την πιθανότητα μιας «εθνικής» αριστερής ή φασιστοειδούς αντεπανάστασης. Αυτή θα παραχθεί ως αναγκαία την όποια ώρα αποβεί ύστατη από την σκοπιά του κεφαλαίου, το οποίο αναγκάζεται να λειτουργεί με όρους «πολιτικής οικονομίας κινδύνου». Η οικειοποίηση πρακτικών σύγκρουσης και η συνεχώς αναπαραγόμενη κατάσταση πολέμου μέσα στην οποία είναι απαραίτητο πλέον να διεκδικεί οτιδήποτε το προλεταριάτο, μαζί με την συνολική συμπίεση του εργαζόμενου/άνεργου πληθυσμού θα παίξουν κι αυτά το ρόλο τους, προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης πρακτικών του (μη-)υποκειμένου των αποκλεισμένων. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο σταθμός της Κυριακής θα είναι μόνο ένας από μια σειρά που προοιωνίζεται πυκνή και τις νύχτες φωτεινή.

blaumachen και φίλοι, Φλεβάρης 2012
http://www.blaumachen.gr/

Σημειώσεις
1.Α. Αλαβάνος: «Η βία του συστήματος γεννά Γαβριάδες» http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=443512
2. Δες και το κείμενο «Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά…», http://classwar.espiv.net/?p=1933, στο οποίο εξετάζεται η πολιτική μορφή με την οποία αναγκαστικά εμφανίζεται η σύγκρουση πρακτικών διαφορετικών κομματιών του προλεταριάτου στην Ελλάδα.
3. Το έθνος ως έννοια αποτυπώνει την αντιφατική ενότητα των τάξεων μιας καπιταλιστικής κοινωνίας. Μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του, το κράτος μετασχηματίζει, δηλαδή καθιστά κοινωνικά έγκυρα, τα ταξικά συμφέροντα του κεφαλαίου, εμφανίζοντάς τα, και θέτοντάς τα σε λειτουργία, ως εθνικά συμφέροντα. Κράτος, έθνος και κεφάλαιο αποτελούν όψεις μιας και της αυτής ταξικής εξουσίας: του καπιταλισμού.
4. Σινεμά: Η Κόλαση, της Αγγέλικας Ψαρρά, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=4858